Αποκλειστικά

ΑΛΕΚΟΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΣ : «Είμαι ένας μοναχικός ΛΥΚΟΣ»  

29

Υπήρξε ένας άνθρωπος μοναχικός και ευαίσθητος, που ωστόσο λάτρευε τη ζωή. Πολύ αξιοπρεπής, υπερήφανος, δεν έβγαζε πικρή κουβέντα από το στόμα του για κανέναν. Ήταν γεμάτος καλοσύνη και ευαισθησία για όλους. Αγάπησε πολύ την οικογένειά του, το θέατρο, τις γυναίκες και τα αυτοκίνητα.

Ο λόγος για τον αείμνηστο ηθοποιό Αλέκο Τζανετάκο. Το GRANDE εξασφάλισε και προδημοσιεύει αποσπάσματα από την υπό έκδοση αυτοβιογραφία του, λίγο πριν συμπληρωθούν δέκα χρόνια από τον θάνατο του.

Του Δημήτρη Νικόλαου

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

«Ομολογώ ότι αυτό το βιβλίο δεν ήθελα ποτέ να το γράψω. Φίλοι και γνωστοί με πίεσαν. Ποτέ δεν πήγαινε το χέρι μου να γράψω την αυτοβιογραφία μου γιατί συνήθως οι αυτοβιογραφίες γράφονται στο τέλος της ζωής κι εγώ δεν θέλω να πιστεύω πως έφτασε το τέλος μου, θέλω ακόμη να ζήσω», εξομολογείται

ο αείμνηστος ηθοποιός στον πρόλογο του βιβλίου του. «Οι άνθρωποι που ξεφυλλίζουν παλιές φωτογραφίες και αρχίζουν να τις βάζουν σε άλμπουμ είναι σαν να παραδέχονται πως έφτασαν στο τέλος κι εγώ δεν θέλω

να τελειώσω. Θέλω να ζω έντονα μέχρι την τελευταία μου στιγμή. Είναι τόσο όμορφη η ζωή και τόσο λίγη»

 

Όλο το ταξίδι της ζωής του, όπως το περιγράφει, ξεκινά σε μια γειτονιά στα Μανιάτικα του Πειραιά.

[… Μεγάλωσα σε μια φτωχογειτονιά στην Αγία Σοφία, στα Μανιάτικα, σε μια γειτονιά με ασβεστωμένες μάντρες, γιομάτες γεράνια και κάθε που σουρούπωνε μοσχοβόλαγε το αγιόκλημα και το γιασεμί. Τι όμορφη που ήτανε αυτή η φτωχική γειτονιά! Άνθρωποι απλοί, μεροκαματιάρηδες που, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον. Και το πρωί, όταν ξυπνούσαν να τραβήξουν για το μεροκάματο, έλεγε ο ένας στον άλλον μέσα από την καρδιά του μια φαρδιά καλημέρα και ξεκινούσαν για τον άρτον ημών τον επιούσιον.

Λιόγερμα και απόγευμα σ’ αυτή την όμορφη γειτονιά που όλοι γύριζαν στο σπιτικό τους και μαζεύονταν και δεν έλειπε κανείς. Οι γιαγιάδες και οι μανάδες έβγαιναν στο κατώφλι της εξώπορτας με ξύλινα σκαμνιά και κάθονταν να κουβεντιάσουν και να ξετυλίξουν τις ιστορίες τους. Κι εμείς πέντε έξι αληταράδες ξυπόλυτοι παίζαμε δίτερμα με το πάνινο τόπι που είχαμε φτιάξει από μια κάλτσα που τη γεμίζαμε με κουρέλια και την τεζάραμε ράβοντάς την με γερό σπάγκο για να μοιάζει με τόπι. Βλέπεις, το φουσκωτό τόπι που έκανε γκέλες το είχαν μόνον τα πλουσιόπαιδα της γειτονιάς!

Εμείς, μια πολυμελής φτωχή οικογένεια με τέσσερα κορίτσια και μία αγία μάνα που αγωνιζόταν, κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά για να μας αναθρέψει. Πατέρας δεν υπήρχε, εγώ δεν γνώρισα πατέρα, είμαι ορφανός από μωρό. Πατέρας, που πεθαίνοντας δεν μας άφησε ούτε έναν τενεκέ λάδι. Πατέρας Μανιάτης, δίμετρος, με δυο τεράστια καταγάλανα μάτια, πιστολάς και υπερήφανος, με εξέχουσα θέση, ήταν δασονόμος. Για την εποχή έπινε πολύ, απ’ ότι μου διηγείται η μάνα μου, τεράστια περιουσία στη Σπάρτη, από πλούσια οικογένεια, την οποία του την έφαγε ο γαμπρός του, ένας διαολοπαπάς κι έτσι άφησε πέντε ορφανά στο δρόμο, λάθος του, και πέθανε από τη μεγάλη του περηφάνια και τον μανιάτικο εγωισμό του, γυρίζοντας από μια περιοδεία στην Ερυμάνθεια, εκεί μέναμε τότε… ]

Με ιδιαίτερα συγκινητικά λόγια στην αυτοβιογραφία του ο Αλέκος Τζανετάκος αναφέρεται στη μητέρα του, μια πανέμορφη γυναίκα η οποία έμεινε χήρα στα είκοσι εννιά της και δεν παντρεύτηκε ποτέ, δίνοντας όλο το βάρος και την αγάπη στα παιδιά της.

[… Έμεινε η μάνα μου χήρα στα είκοσι εννιά της χρόνια. Καλλονή ήταν, πολύ όμορφη γυναίκα και έκτοτε, όχι, δεν ξαναπαντρεύτηκε, γιατί είχε πολλές προτάσεις, δεν ξανάβαλε κραγιόν στα χείλη της! Αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά της, που πάσχισε να τα μεγαλώσει και θυμάμαι, μου ’λεγε η καημένη «άκουσε, αγόρι μου. Έκανα τα πάντα για να σας μεγαλώσω, ένα μόνο δεν έκανα, δεν έγινα πόρνη». Εκεί, στα Μανιάτικα, ξεκίνησα τη ζωή μου, ο μοναδικός άντρας στην οικογένεια, πώς να ζήσουμε πέντε ορφανά, άρχισα κι εγώ να δουλεύω κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά. Σφουγγαρίκι στις αυλές και στα πεζοδρόμια των πλουσίων, δεν ντρεπόμουνα, αλλά ποτέ δεν ζητιάνεψα. Θυμάμαι τη μάνα μου που μας έκοβε μία μικρή φέτα ψωμί, την έβρεχε και την πασπάλιζε με ζάχαρη ή κάποιες φορές την άλειφε με θρεψίνη και περιμέναμε πότε θα ’ρθει η Κυριακή να φάμε κρέας με μακαρόνια μετά το κατηχητικό.

Κάθε Κυριακή, όρος απαράβατος, πηγαίναμε στην εκκλησία. Όλη την εβδομάδα ξυποληταριό, δεν υπήρχαν παπούτσια, την Κυριακή μόνο μας έβαζε η μάνα μας τα άσπρα καλτσάκια και τα λουστρινένια παπούτσια για να πάμε στην εκκλησία. Κοιμόμασταν στρωματσάδα στην αυλή και από πάνω είχαμε φτιάξει ένα καφασωτό όπου ήταν απλωμένο ένα τεράστιο γιασεμί ανατολίτικο και μοσχοβολούσε καθώς μας έπαιρνε ο ύπνος…]

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες της υπό έκδοση αυτοβιογραφίας του, από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνεται κανείς το μεγάλο πάθος του ηθοποιού για τις γυναίκες. Στα πρώτα κιόλας κεφάλαια αναφέρεται στον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Φωφώ.

[…Ο πρώτος αθώος έρωτας, η Φωφώ. Φυσικά, έρωτας παιδικός, μόνο με τα μάτια, ανταλλάσαμε ερωτικές, πονηρές ματιές και τα υπόλοιπα μόνο στα όνειρά μας. Εγώ είχα ερωτευθεί τρελά τη Φωφώ. Ήταν μια αφρατούλα, ολίγον παχουλή, με εβένινα μακριά μαλλιά και αραβικά αετίσια μάτια. Κάθε που σουρούπωνε περνούσε έξω από το σπίτι μας και της έριχνα ένα πονηρό χαμόγελο, το ίδιο κι εκείνη κι έφευγα τρισευτυχισμένος, ενώ η καρδιά μου χοροπηδούσε τρελά μέσα στο στήθος μου. Είχα ξηλώσει από μια οικοδομή έναν τσιμεντόλιθο και τον είχα τοποθετήσει πλάι στο σπίτι της κι αυτό ήταν το ταχυδρομείο μας. Εκεί, δύο τρεις φορές την εβδομάδα, μέσα στον τσιμεντόλιθο, της άφηνα ένα ερωτικό γράμμα και μέσα στον φάκελο της είχα βάλει μία σοκολάτα, λίγες καραμέλες και μία γαρδένια, είχα λεηλατήσει τη γαρδένια της μάνας μου, που την είχε σαν τα μάτια της. Τότε, δούλευα στα μεταλλουργεία του Μυτιληναίου, που έφτιαχνε κατσαρόλες, πιάτα, κουτάλες, και πήγαινα σε Νυχτερινό Γυμνάσιο. Να πάω το βδομαδιάτικο στην κυρα-Φιλιώ, τη μάνα μου, για να μπορεί να ψωνίσει για τη φαμίλια, κι έχανα το σχολείο μου. Δύσκολα χρόνια! Της πήγαινα το βδομαδιάτικο και την κοίταγα στα χέρια, τι χαρτζιλίκι θα μου δώσει. Μου έδινε τρεις τέσσερις δραχμές και ο νους μου αμέσως πήγαινε να νοικιάσω ποδήλατο, να περάσω έξω από την πόρτα της Φωφώς…]

Ο Ερωτάς του για τήν Μάρθα Καραγιάννη

Από τις πλέον θυελλώδεις σχέσεις της ζωής του, στα πρώτα βήματα της επαγγελματικής του καριέρας, ήταν αυτή με την ηθοποιό Μάρθα Καραγιάννη. Η σχέση αυτή κράτησε σχεδόν δυόμισι χρόνια.

[…Έμαθα πως έχει έρθει στην Αθήνα ένας μεγάλος Θεσσαλονικιός επιχειρηματίας, ο Χατζώκος και ζητά ηθοποιούς. Τότε ήμουνα ερωτευμένος και είχα δεσμό δυόμισι χρόνια με αυτή τη θεία ομορφιά. Και ποιος δεν θα ήταν ερωτευμένος με μια τέτοια καλλονή! Την αγάπησα πολύ, τη λάτρεψα, να ’ναι πάντα καλά για τις όμορφες στιγμές που πέρασα μαζί της. Παίρνω και τη Μάρθα μαζί μου, αυτή σαν χορεύτρια, έτσι ξεκίνησε την καριέρα της. Είχε τελειώσει μπαλέτο μαζί με την Ελένη Προκοπίου στη Σχολή Χορού της Λουκίας. Μαζί με τη Μαρθούλα ξεκινάμε έναν ολόκληρο χειμώνα τουρνέ με τον θίασο Χατζώκου. Η Μάρθα, μόλις έβγαινε στη σκηνή, γινόταν χαμός. Είχε πολύ σουξέ κι εγώ από την κουίντα καμάρωνα την αγαπημένη μου. Είχαν μάθει στην Αθήνα ότι υπάρχει ένας ηθοποιός που σκίζει και γυρίζοντας έκλεισα το πρώτο μου συμβόλαιο σε θέατρο της Αθήνας…]

Ο Αλέκος Τζανετάκος αν και λάτρεψε τις γυναίκες, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Έκανε δεκαεπτά αρραβώνες! Οι αδερφές του, μάλιστα, Καιτούλα και Κάσσυ, μετά τον θάνατό του, βρήκαν τις βέρες των αρραβώνων περασμένες σε μια κλωστή μέσα στην ντουλάπα του. Δεκαεπτά, δεν έλειπε καμία!

[… Λατρεύω τις όμορφες και μικρές γυναίκες, είμαι λάτρης της ομορφιάς. Θαυμάζω καθετί που είναι όμορφο. Από τις σονάτες του Μπετόβεν μέχρι τους πίνακες του Βαν Κονγκ, του Ρενουάρ, του Ελ Γκρέκο και του Ντα Βίτσι. Λατρεύω την ποίηση, τη λογοτεχνία και σαν μοναχικός λύκος που είμαι τα βραδάκια, για να ξεκουράσω το τρελό και οργισμένο πνεύμα μου, απαλύνω την ψυχή μου, ακούγοντας κλασική μουσική. Όχι Βάγκνερ και Μπαχ, μου φέρνουν κατάθλιψη, λίγο Βιβάλντι και τις θείες σονάτες που έχει γράψει ο μέγας Μπετόβεν. Ήταν κοντός και άσχημος, αλλά συνεχώς ερωτευόταν όμορφες γυναίκες (σ’ αυτό λίγο του έμοιασα. Έμεινα κι εγώ μόνος, ανύπαντρος, ένας μοναχικός λύκος που φωνάζω τις νύχτες επάνω στις βουνοκορφές τη μοναξιά μου και τη λύπη μου. Λύκος μοναχικός. Τι έφταιξε που έμεινα μόνος και δεν παντρεύτηκα μέχρι τώρα; Μ’ έφαγε ο έρωτας, έχω κάνει δεκαεπτά αρραβώνες και κανένα γάμο. Ίσως είναι και το κισμέτ, που λένε οι Άραβες. Είμαι όμως καλά, έχω φιλοσοφήσει τη μοναξιά μου και την έχω κάνει φίλη. Είμαι οικονομικά ανεξάρτητος, έχω φτιάξει μια μεγάλη περιουσία και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτά που μου έδωσε…]

Το πάθος του για τα αυτοκίνητα!

[….Άλλο χόμπι μου είναι τα γρήγορα αυτοκίνητα και οι μοτοσικλέτες. Έχω τέσσερις μοτό και τρία αυτοκίνητα. Λάτρης των πιστολιών, έχω τα καλύτερα πιστόλια και τα ακριβότερα, έχω κι ένα κότερο ιταλικό, ένα Καντιέρι Ραφαέλι με δύο μηχανές, πετρελαιομηχανές και πηγαίνω πορεία εικοσιπέντε με τριάντα μίλια.

Τα καλοκαίρια το γεμίζω με όμορφες κοπελιές και αλωνίζουμε τα νησιά. Είμαι μοναχικός άνθρωπος, τρομερός μάγειρας και φτιάχνω τα ωραιότερα γλυκά κουταλιού, κάνω πολλές δουλειές του σπιτιού, έχω μεγάλες κάβες απ’ όλα τα ποτά και «κάβα» από κολόνιες και μοσχοσάπουνα…]

Η ζωή του με τα «μεγαθήρια»

Στο μεγαλύτερο μέρος της αυτοβιογραφίας του ο Αλέκος Τζανετάκος αναφέρεται στους… γίγαντες του ελληνικού κινηματογράφου, που η τύχη τον οδήγησε να παίξει δίπλα τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Έπαιζα μπάλα με τον «Πελέ» και τον «Μαραντόνα»! Εκεί, αν δεν ήξερες μπάλα, έχανες τα πόδια σου!»

[…Έπαιξα στην αρχή μικρούς ρόλους, χαρακτηριστικούς, που τους έκανα επιτυχίες και σιγά σιγά με μεγάλο αγώνα, πολλή κούραση και μεγάλη αγάπη και σεβασμό στο επάγγελμα άρχισε το όνομά μου να ανεβαίνει συνεχώς παίζοντας συμπρωταγωνιστής με τα ιερά τέρατα! Έπαιζα μπάλα με τον «Πελέ» και τον «Μαραντόνα»! Εκεί, αν δεν ήξερες μπάλα, έχανες τα πόδια σου! Πλάι στους Κωνσταντάρα, Αυλωνίτη, Παπαγιαννόπουλο, Σταυρίδη, Γκιωνάκη, Φωτόπουλο, Βλαχοπούλου, Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ, Αλεξανδράκη, Ρίζο. Γύρισα μαζί με τις κασέτες διακόσιες πενήντα ταινίες και σαράντα χρόνια θέατρο. Είκοσι χρόνια πρόζα κωμωδία και είκοσι επιθεώρηση, τηλεόραση, τέσσερα σίριαλ, «Εύθυμες ιστορίες», «Ο ταξιτζής», «Κυριακή χωρίς σύννεφα», «Το κάτι άλλο». Έβγαλα πολλά λεφτά, τα οποία κράτησα για να μην καταλήξω σε κάνα γηροκομείο και πεθάνω στην ψάθα. Ζω μια πολύ όμορφη και άνετη ζωή, δεν μου λείπει τίποτα. Μου λείπει ένας καινούργιος έρωτας που να με συνταράξει και να αναταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της απέραντης μοναξιάς μου…]

Αληθινές οι… καρπαζιές!

[… Οι καρπαζιές που έτρωγα βροχή στις ταινίες ήταν αληθινές, ο σβέρκος μου το ξέρει! Στην ταινία σφαλιάρες, το ίδιο και στο θέατρο, δύο παραστάσεις, έτρωγα ξύλο από τις έξι το πρωί μέχρι τη μία τη νύχτα. Κάποτε, παίζαμε στο θέατρο με τον Λάμπρο τον Κωνσταντάρα, αυτόν τον πρίγκιπα του θεάτρου, που μου είχε κουδουνίσει το μυαλό με τη χερούκλα του. Είχε ένα μακρύ χέρι σαν παντόφλα και, όταν το σήκωνε για να αμολήσει τον κεραυνό (τη σφαλιάρα), γινόταν σεισμός οκτώ Ρίχτερ και τα μάτια έβλεπαν αστράκια στον αέρα. Του έλεγα «ρε Λάμπρο, δεν μπορείς να βάζεις λιγότερη δύναμη;». «Ρε Λάμπρο, μην τον χτυπάς τόσο δυνατά» του είπε και ο Ρίζος. «Τι λες, ρε κοντοστούπη, ένα και καθόλου, κωλοτούμπα, το μέρος του παίρνεις;…]

Η τελευταία προσμονή!

[…Είμαι ένας μοναχικός λύκος, όμως δεν το βάζω κάτω, ούτε απελπίζομαι. Ξέρω ότι υπάρχει κάπου και για μένα ένας έρωτας που θα ξανάρθει να συντροφέψει την υπόλοιπη ζωή μου μέχρι τα μάτια μου να κλείσω. Τα δικά μου μάτια δεν κουράστηκαν τους δρόμους να κοιτάνε και να ψάχνουν και να προσμένουν. Περιμένω στο κατώφλι του σπιτιού μου τον καινούργιο έρωτα που θα ’ρθει και θα μου κλείσει απαλά τα μάτια. Έχω κοντά μου ένα αδειανό θρονί και τον περιμένω να τον καθίσω απάνω και να τον έχω για πάντα δίπλα σαν εικόνα της Παναγιάς και να τον κρύψω στην καρδιά μου κρυφό θησαυρό.

Πού θα πάει; Κάποτε θα μου χτυπήσει τη σκονισμένη και αραχνιασμένη μου πόρτα…]

Ο Αλέκος Τζανετάκος έφυγε απ’ τη ζωή σε ηλικία 73 ετών, τον Απρίλιο του 2010, με το παράπονο όλων εκείνων των σημαντικών καλλιτεχνών, που έπειτα από μια επιτυχημένη πορεία, όλοι τους ξεχνάνε.

 

Όπως διαβάσαμε πρώτα στο Grande Ιουνίου.