Αποκλειστικά

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ: «ΠΑΝΤΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΟΥ»

96

 

Η δημοσιογράφος Κατερίνα Παπαγεωργίου διεισδύει στα παιδικά χρόνια του Γρηγόρη Αρναούτογλου, μέσα απο το βιβλίο της “BACK TO SCHOOL”. Ένας συλλεκτικός θησαυρός από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, λεύκωμα που εξαντλήθηκε μόλις λίγες ημέρες από την κυκλοφορία του.

Οι γονείς του μετανάστες στο Μόναχο. Όταν γεννήθηκε ο Γρηγόρης, ο δεύτερος γιος τους, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Τα κατάφεραν έναν χρόνο αργότερα.

«Πρώτος τους σταθμός, το χωριό των παππούδων μου από το σόι της μητέρας μου, στη Μεγάλη Παναγία της Χαλκιδικής. Μαζί τους έμεινα για λίγο καιρό, ενώ οι γονείς μου με το μεγαλύτερο αδελφό μου συνέχισαν το ταξίδι τους για τη Θεσσαλονίκη. Όταν τακτοποιήθηκαν με πήραν κοντά τους. Στο μεταξύ, είχα προλάβει να ευχαριστηθώ παιχνίδι στο χωριό με την ψυχή μου. Στις γειτονιές. Όπου γινόταν το σώσε, ανάμεσα στα παιδιά του επάνω και του κάτω μαχαλά! Παίζαμε μπάλα, μπίλιες, μακριά γαϊδούρα και «γουρούνα», όπου με ένα ρόπαλο προσπαθούσαμε να βάλουμε ένα κουτί από χλωρίνη σε γούβες, ένα είδος… γκολφ. Θυμάμαι πως ήμουνα πολύ ζωηρό παιδί. Του έξω! Είτε για παιχνίδια με φίλους, είτε για βόλτες με το γαϊδουράκι παρέα με τον παππού μου! Δεν μαζευόμουν στο σπίτι, παρά μονάχα όταν η γιαγιά επιστράτευε τα «μεγάλα μέσα», ψημένες φέτες με λιωμένη ελιά και βρεγμένο ψωμί αλειμμένο με ζάχαρη και καφέ! Από τις πιο ωραίες αναμνήσεις μου».

Τελειώνοντας το νηπιαγωγείο, οι γονείς του τον πήραν κοντά τους στη Θεσσαλονίκη.

«Πήγαινα ακόμα πρώτη δημοτικού όταν ο πατέρας μου έφυγε για να δουλέψει για ένα διάστημα στην Τζέντα. Θυμάμαι τη χαρά μου όταν επέστρεφε κοντά μας. Βέβαια, συνέχιζε να σκοτώνεται στη δουλειά. Δούλευε ακόμα και τα Σαββατοκύριακα σε ταξί! Στον οικογενειακό προϋπολογισμό συνέβαλε και η μητέρα μου, που εκτός από καταπληκτική νοικοκυρά ήταν και μοδίστρα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι οικογενειακές βόλτες ήταν πολυτέλεια για εμάς.

Παρ’ όλα αυτά, περνούσαμε πολύ όμορφα γιατί ήμασταν μια πολύ δεμένη, μονοιασμένη και αγαπημένη οικογένεια. Άλλωστε, από παιδί περισσότερο διψούσα για ουσιαστική σχέση, παρά για οικονομική άνεση».

Δώδεκα χρονών, για να έχει το χαρτζιλίκι του και να νιώθει ανεξάρτητος (δεν του πήγαινε να παίρνει λεφτά από τους γονείς του), αποφάσισε τα καλοκαίρια που δεν είχε σχολείο να δουλεύει. Πρώτη δουλειά, σερβιτόρος σε ζαχαροπλαστείο της διπλανής τους πολυκατοικίας. Ούτε επαγγελματίας δεν θα είχε τόση επιτυχία! Γρήγορα μάλιστα έγινε το αγαπημένο παιδί των θαμώνων του ζαχαροπλαστείου, καθώς ήταν πάντα χαμογελαστός, αεικίνητος, πλακατζής, γεμάτος ζωντάνια και αισιοδοξία. Με μια αστείρευτη πηγή ενέργειας. Ένα αγόρι χωρίς κόμπλεξ και με πολύ ανοιχτό μυαλό.

«Οι πιο πολλοί παππούδες με το που έφταναν στο ζαχαροπλαστείο ρωτούσαν τον ιδιοκτήτη, τον Στέφανο: «Ο Γρηγόρης δουλεύει σήμερα;». Έτσι και άκουγαν πως ήμουν απογευματινός έφευγαν. «Θα έρθουμε το απόγευμα να φάμε τη μπουγάτσα», έλεγαν. Τους άρεσε που ήμουν ένα παιδί έξω καρδιά, με διάθεση για αστεία, για πλάκες και για συζήτηση μαζί τους. Άλλωστε, πάντα πίστευα πως η δουλειά του σερβιτόρου, εκτός από το σερβίρισμα είναι να δίνει επίσης ένα μικρό σόου! Ακόμα θυμάμαι τα λόγια ενός «συναδέλφου» που δούλευε στη Ρόδο. «Ο σερβιτόρος» -μου έλεγε- «πρέπει να ανοίγει το φερμουάρ της καρδιάς του πελάτη και να τον κάνει να περνάει ωραία».

Δεν περιμένει, βέβαια, κανείς, να ακούσει μετά από όλα αυτά πως ο Γρηγόρης Αρναούτογλου ήταν από παιδί γκρινιάρης! Κι όμως! Το ομολογεί ο ίδιος με την υπογράμμιση πως δεν βελτιώθηκε στα χρόνια που μεσολάβησαν, αντίθετα «σήμερα πλέον είμαι ο βασιλιάς της γκρίνιας και της ανασφάλειας. Γκρινιάζω ακόμα και για ένα μπιζέλι!». Από την άλλη μεριά, από έφηβος είχε το θάρρος να ακούει την καρδιά του και να μη διστάζει μπροστά στις ρομαντικές παρορμήσεις του.

«Ένα πρωινό κατά τη διάρκεια του μαθήματος σηκώθηκα όρθιος στην τάξη και, αφού είπα στη φιλόλογό μας, πως τη θαυμάζω πολύ, της προσέφερα ένα μπουκέτο λουλούδια! Εκείνη ήταν μια γλυκύτατη γυναίκα και εγώ τότε είχα αντιδράσει εντελώς αυθόρμητα.

Γενικά, όμως, μέσα στην τάξη ήμουν πάντα πολύ ευγενικός. Παρακολουθούσα το μάθημα, δείχνοντας με τον τρόπο μου πως ναι μεν δεν διάβαζα, πλην όμως παρέμενα ήσυχος και προσεκτικός την ώρα της παράδοσης.

Βέβαια, από το να πηγαίνω στο σχολείο, προτιμούσα να δουλεύω. Κάπως έτσι πέρασα και εγώ τη μεγάλη μου κρίση από τα δεκαπέντε μέχρι τα δεκαεπτά. Είχα κάνει τότε την επανάστασή μου, ευτυχώς χωρίς να μπλέξω σε άσχημες καταστάσεις. Δεν θα το άντεχα να πληγώσω ποτέ την οικογένειά μου».

Με τα κορίτσια οι σχέσεις του ήταν άριστες.

«Στην εφηβεία ζούσα όπως οι περισσότεροι σε εκείνη την ηλικία, με σύντομες δηλαδή σχέσεις, πάντα όμως με ξεκάθαρες εξηγήσεις. Με είχε επηρεάσει σε αυτό η μητέρα μου, η οποία μου είχε πει ορθά κοφτά πως ευχή και κατάρα μου δίνει να μην κοροϊδέψω ποτέ κανένα κορίτσι. «Αν τάξεις σε κάποια πως θα την παντρευτείς, μη σηκωθείς μετά και φύγεις» μου έλεγε, προσθέτοντας: «Είναι αμαρτία να κρατάς κοντά σου μια κοπέλα αν δεν έχεις σοβαρό σκοπό γιατί τα χρόνια περνάνε κι αυτό στη γυναίκα μετράει, δεν είναι όπως στον άντρα που μπορεί να παντρευτεί και στα σαράντα του».

Ακολουθώντας αυτό το σκεπτικό, ξεκαθάριζα και εγώ σε κάθε γνωριμία που έκανα πως «δεν είμαι για αρραβώνες και γάμους, αν θέλεις να μείνουμε έτσι, καλώς».

 

Πώς ονειρευόταν το μέλλον του στην εφηβεία;

«Στην αρχή το μόνο που ήθελα ήταν να δουλεύω. Στη συνέχεια, μου κόλλησε να γίνω τηλεπαρουσιαστής. Εκείνη την εποχή είχα τελειώσει το γυμνάσιο και αντί να συνεχίσω τις σπουδές μου στο λύκειο, είχα προτιμήσει να φοιτήσω σε μια σχολή ηλεκτρολόγων. Μπροστά, όμως, στα νέα μου όνειρα μετά τη σχολή αποφάσισα να επιστρέψω στα θρανία. Έτσι, τελείωσα το λύκειο σε νυχτερινό σχολείο. Στη συνέχεια, μαζί με έναν φίλο μου, περισσότερο για πλάκα, συμμετείχαμε σε έναν διαγωνισμό τραγουδιού, για να καταλήξουμε να δουλεύουμε στο ραδιόφωνο!

Ξένο ρεπερτόριο, δέκα με δώδεκα το βράδυ στο Πανόραμα 86. Κάποια στιγμή έκανα ένα δοκιμαστικό στην TV Μακεδονία για ένα τηλεπαιχνίδι με τίτλο «Η μεγάλη απόδραση».

Τα πήγα καλά, με αποτέλεσμα να το παρουσιάζω για τρία χρόνια. ακολούθησε πρόταση για καθημερινό μαγκαζίνο από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις τρεις. Συμπαρουσιάστριά μου ήταν τότε η Ράνια Θρασκιά, που για ένα διάστημα υπήρξε κρυφός έρωτάς μου.

Πλατωνικός και μονόπλευρος! Ακόμα και έτσι όμως, τα έβγαζα πέρα με χαμόγελο, ίσως γιατί πάντα είχα έναν τρόπο να αντιμετωπίζω τα πράγματα με χιούμορ, με μια αίσθηση πως αύριο θα ξημερώσει μια καλύτερη μέρα».

«Πρώτο φιλί»

Ήμουνα δώδεκα χρονών όταν φίλησα την Αννούλα στο χωριό της γιαγιάς μου, που βρισκόμουν διακοπές. Της είχα δώσει ένα πεταχτό φιλί, εκείνη όμως αμέσως μετά εξαφανίστηκε. Έφυγε από το χωριό. Κρυβόταν όποτε με έβλεπε. Η στάση της πάντως, δεν μου είχε κόψει τη φόρα! Αντίθετα, γεμάτος τσαντίλα για την «απόρριψη» έψαχνα να βρω ένα άλλο κορίτσι για το καλύτερο φιλί μου!

Η πρώτη αυθάδεια: Δώδεκα χρονών, εκνευρισμένος που η μητέρα μου αρνιόταν να μου κάνει ένα χατίρι, γύρισα και της είπα πως είναι κακιά. Ακολούθησε μια «ξεγυρισμένη» σφαλιάρα από τον πατέρα μου, που ήταν πάντα αυστηρός. Από την τσαντίλα μου είχα ρίξει τότε το κλάμα της ζωής μου, πόσο μάλλον που από παιδί δεν έκρυβα τα συναισθήματά μου. Παρ’ όλα αυτά, είχα δικαιολογήσει μέσα μου τον πατέρα μου, γιατί πάντα πίστευα πως η αυστηρότητα χρειάζεται στη διαπαιδαγώγηση για να μαθαίνεται ο σεβασμός.

Πρώτη ερωτική απογοήτευση: Στα δεκαεννιά μου από ένα κορίτσι που με περνούσε τέσσερα χρόνια. Πάντα μου άρεσαν οι μεγαλύτερές μου! Εγώ ήθελα να την παντρευτώ και να κάνουμε οικογένεια, εκείνη προτιμούσε να χωρίσουμε! Μεγάλο πλήγμα τότε για μένα.

Ο μεγάλος θυμός: Θύμωνα πολύ με εκείνους που αθετούσαν τον λόγο τους. Για μένα η καλύτερη υπογραφή μου ήταν πάντα ο λόγος μου, αυτό μου έμαθε ο πατέρας μου από τότε που ήμουν παιδί. Ο λόγος μου πάνω απ’ όλα.

Σκασιαρχείο: Έκανα τόσα σκασιαρχεία, όσα μου επέτρεπε το όριο των δικαιολογημένων και αδικαιολόγητων απουσιών.

Φόβος: Φοβόμουν πολύ το σκοτάδι και τον τροχό στον οδοντογιατρό.

Ψευδώνυμο: Είχα διαλέξει να με λένε οι φίλοι μου για συντομία GAS, από τα αρχικά του ονοματεπώνυμού μου και της λέξεις Stark που στα γερμανικά σημαίνει «δυνατός».

Τι δεν μου άρεσε πάνω μου: Τα κιλά μου και η μύτη μου.

 

Όπως διαβάσαμε πρώτα στο Grande Φεβρουαρίου