Αποκλειστικά

Ο ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟ ΓΚΣΤΑΑΝΤ.

97

Τον Σεπτέμβριο του 2012 οι ψηφοφόροι του καντονιού της Βέρνης, στην Ελβετία, κλήθηκαν σε δημοψήφισμα για να αποφασίσουν αν θα καταργήσουν ή όχι την ειδική φορολογική μεταχείριση πλουσίων αλλοδαπών.

Η ευνοϊκή φορολογική αντιμετώπιση των ευκατάστατων ξένων που επέλεγαν να διαμείνουν για έξι μήνες τον χρόνο στο καντόνι της Βέρνης, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δημοφιλές χειμερινό θέρετρο του Γκστάαντ, όπου έχει δημιουργηθεί και μια «ελληνική αποικία» από γνωστές οικογένειες που περνούν κυρίως τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές εκεί, τους έδινε την εξής δυνατότητα: να πληρώνουν ένα κατ’ αποκοπή ποσό ως φόρο, το οποίο υπολογιζόταν με βάση τα έξοδα διαβίωσής τους. Ο υπολογισμός αυτός γινόταν από τις φορολογικές αρχές του καντονιού, οι οποίες έβγαζαν και τον «λογαριασμό».

Οι ψηφοφόροι ήταν διχασμένοι. Από τη μια πλευρά υπήρχαν εκείνοι που πίστευαν ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση είναι άδικη και ενισχύει την φοροαποφυγή. Από την άλλη, ήταν εκείνοι που θεωρούσαν ότι αν καταργηθούν τα φορολογικά προνόμια, οι πλούσιοι ξένοι θα μεταναστεύσουν προς άλλες χώρες, όπως το Λιχτενστάιν ή τη Μεγάλη Βρετανία, όπου υπάρχει επίσης ευνοϊκή αντιμετώπιση, παίρνοντας μαζί τους τα χρήματά τους.

Στα πλαίσια αυτού του «διχασμού» το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε ξεκινήσει αγώνα υπέρ της κατάργησης των φορολογικών προνομίων. Ένα από τα πράγματα που ακούστηκαν τότε μέχρι και στην Ελλάδα ήταν ότι «στο Γκστάαντ, βρίσκουμε δεκατρείς ελληνικές οικογένειες πολυεκατομμυριούχων, που πληρώνουν εξευτελιστικούς φόρους. Είναι σκάνδαλο». Η συγκεκριμένη δήλωση, δια στόματος της σοσιαλίστριας βουλευτού Μάργκρετ Κίνερ Νέλεν, δημοσιεύθηκε στην ελβετική εφημερίδα Le Madin, αναπαράχθηκε στην γαλλική Journal du Dimanche, και από εκεί σε αρκετά ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Παράλληλα με τον αγώνα της για την κατάργηση της ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης, η Μάργκρετ Κίνερ Νέλεν ξεκίνησε το 2012 και έναν ακόμα αγώνα: να αποκτήσει πρόσβαση στα φορολογικά στοιχεία μεγιστάνων του Γκστάαντ που πλήρωναν φόρους στο καντόνι της Βέρνης.

Πρίν λίγο καιρό, επτά χρόνια μετά, με δίκες που οδήγησαν μέχρι και το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας, η Νέλεν κατάφερε να πάρει τα στοιχεία. Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν για πρώτη φορά πώς το καντόνι της Βέρνης, μη εφαρμόζοντας οδηγίες που είχαν δοθεί από τις ελβετικές ομοσπονδιακές αρχές, φορολογούσε πλουσίους ξένους, όχι με βάση τα έξοδα διαβίωσής τους στην Ελβετία και στο εξωτερικό -όπως θα έπρεπε- αλλά μόνο στην Ελβετία, με αποτέλεσμα ιδιαίτερα ευνοϊκό για τους φορολογούμενους.

Από αυτά προκύπτει ότι ο Θεόδωρος και η Γιάννα Αγγελοπούλου την περίοδο 2008-2011 πλήρωναν στη Βέρνη φόρους περίπου 500.000 ελβετικών φράγκων τον χρόνο (σήμερα 450.000 ευρώ). Σχεδόν με τους ίδιους φόρους επιβαρύνονταν την ίδια περίοδο και ο Γάλλος βασιλιάς του ζαχαροκάλαμου Ζαν Κλοντ Μιμράν αλλά και ο βασιλιάς της Φόρμουλα 1 Μπέρνι Έκλεστον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πλήρωναν φόρους σε άλλες χώρες ανά την υφήλιο.

Όμως, αυτοί που φορολογούνται κατ’ αποκοπή στη Βέρνη μπορούν να διατηρήσουν τους φόρους τους εκτός Ελβετίας σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, απλώς μεταφέροντας την κύρια φορολογική έδρα τους στο Γκστάαντ. Βάσει των φορολογικών στοιχείων, είναι πλέον σαφές για πρώτη φορά πόσα ένας πολυεκατομμυριούχος θα έπρεπε να πληρώσει στη Βέρνη. Για κάποιον που έχει ένα δισεκατομμύριο, 500.000 ελβετικά φράγκα σε φόρους αντιστοιχούν στο 0,025% των περιουσιακών του στοιχείων.

Στην περίπτωση του ζεύγους Αγγελόπουλου, τα έξοδα διαβίωσης την περίοδο 2008-2011 ανέρχονταν σε εκατομμύρια ελβετικά φράγκα κατ’ έτος, σύμφωνα με τα επίσημα φορολογικά στοιχεία. Ελαφρώς λιγότερα ήταν και για τους Έκλεστον και Μιμράν. Από αυτές τις δαπάνες προέκυψαν οι φόροι των 500.000 φράγκων.

Όπως διαβάσαμε πρώτα στο Grande Μαίου.