Αποκλειστικά

BΑΣΙΛΗΣ ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ ΜΙΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΡΥΛΙΚΟ “ΓΥΛΟ”

67

 

Πηγαίος και πληθωρικός ο Βασίλης Αυλωνίτης έγραψε τη δικιά του μοναδική ιστορία στον κινηματογράφο και το θέατρο. Έφυγε απο την ζωή πριν ακριβώς 50 χρόνια, στις 10 Μαρτίου του 1970.

Του Δημήτρη Νικόλαου

Ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν ένας από τους κορυφαίους κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου. Είχε πλούσια καριέρα τόσο στο θέατρο, όσο και τον κινηματογράφο. Οι ρόλοι του, ακόμα και όταν δεν ήταν πρωταγωνιστικοί, ξεχώριζαν λόγω του ταλέντου του και του τρόπου που ερμήνευε.

Ο Αυλωνίτης ξεχώριζε για τις γκριμάτσες, τις μούτες του, όπως λέγονται στον χώρο της υποκριτικής, που προκαλούσαν γέλιο όχι μόνο στο κοινό, αλλά και στους συναδέλφους του.

Πολλές φορές οι συνάδελφοί του αιφνιδιάζονταν από τα αστεία του και γελούσαν τόσο, που δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν τους ρόλους τους.

Μια τέτοια στιγμή ήταν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η Σοφερίνα» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όπου ο Αυλωνίτης ενσάρκωσε τον θρυλικό Γύλο ή αλλιώς τον Σπανοβαγγελοδημήτρη Νικόλαο του Νικολάου, που εκτός από το «δύσκολο» όνομά του, είχε και πρόβλημα στα μάτια και αλληθώριζε με αποτέλεσμα να είναι ακόμα πιο αστείος.

Η σκηνή στο δικαστήριο ήταν από τις πιο ξεκαρδιστικές της καριέρας του.

Για να γυριστεί, όμως, χρειάστηκε περισσότερες από δέκα λήψεις καθώς οι ηθοποιοί, οι κομπάρσοι αλλά και οι τεχνικοί δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους.

Αιτία ήταν ο Αυλωνίτης και η στιχομυθία του με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, ο οποίος ενσάρκωνε τον πρόεδρο του δικαστηρίου και προσπαθούσε να προφέρει το επίθετο του μάρτυρα Γύλου.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς, που πέρασαν από το ελληνικό θέατρο. Μια γνήσια λαϊκή και πληθωρική μορφή, ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, με το πηγαίο ταλέντο, αυτοδίδακτος ηθοποιός, έγινε ο αγαπημένος του κοινού. Ο Βασίλης Αυλωνίτης μεγάλωσε γενιές και γενιές και όσο θα προβάλλονται οι παλιές ελληνικές ταινίες, θα συνεχίζει να μεγαλώνει και τις επόμενες γενιές.

Και μπορεί να υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, αλλά και της ελληνικής κωμωδίας, όμως στην πραγματικότητα ο κόσμος ήξερε λίγα πράγματα για εκείνον. Άλλωστε, στον Αυλωνίτη δεν άρεσε να μιλάει για τη ζωή του. Προτιμούσε να «μιλάει» στον κόσμο μέσα από το έργο του, να επικοινωνεί μαζί τους μέσα από την τέχνη.

Γεννιέται Πρωτοχρονιά του 1904 στο Θησείο. Φτώχεια και εργατιά. Ο πατέρας αγωνίζεται με τα μεροκάματα. Από παιδάκι ο Βασίλης και ο αδερφός του βγαίνουν στην παραγωγή, αλλιώς δεν βγαίνει πέρα.

Παιδάκι μικρό, καλοταϊσμένο και αδυνατούλι, δούλευε σε βιοτεχνία κατασκευής τσαντών. Τι κι αν δεν είχε μπει στην εφηβεία καν! Κάποτε θα πιάσει δουλειά σαν μαραγκός στον επίσημο σκηνογράφο ενός θεάτρου που έκανε επιθεώρηση συνήθως, στο «Έντεν», στο Θησείο. Έχει πάει και φαντάρος και είναι έτοιμος για τη ζωή του ενήλικα. Έβλεπε τι έκαναν στη σκηνή, χάζευε τις πρόβες, έπιανε φιλίες. Με το τέλος των παραστάσεων, τις νύχτες, ακολουθούσε αυτούς τους φωτεινούς, βροντόφωνους, έντονους ανθρώπους σε γειτονικό ταβερνάκι και εκεί άρχιζε τα αστεία του και τις μιμήσεις του και τις γκριμάτσες του και τον είχαν πια απαραίτητο.

Κάποιο βράδυ, έτσι για πείραγμα και πλάκα, ο θεατρικός επιχειρηματίας σπρώχνει στη σκηνή τον νεαρό εργάτη. Το αγόρι, αντί να τα χάσει και να θελήσει να τον «καταπιεί» η σκηνή, «κατάπιε» αυτός το θέατρο όλο και το κοινό, που όρθιο τον χειροκροτούσε στο τέλος ενός αυτοσχεδιασμού, βουβού, όλο μούτες και ηθελημένες γκάφες. Ήταν η αρχή για τον σπουδαίο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Ήταν η αρχή ενός σπουδαίου, με όλη την έννοια της λέξης, την ομορφιά και τον πόνο, ήταν η στιγμή για την λάμψη ενός θεατρίνου…

Η χρυσή εποχή της αθηναϊκής επιθεώρησης δένεται με το όνομά του! Ούτε δραματικές σχολές, ούτε μανιέρες, ούτε οι πολλές γνώσεις της Ιστορίας του Θεάτρου τον έφτιαξαν. Μόνο ένα από τα σπλάχνα του ταλέντο και μια αγάπη για τους άλλους να τους κάνει να γελούν! Γράμματα καλά καλά δεν ήξερε και τα κείμενα έργων θεατρικών και σεναρίων του τα διάβαζαν οι συνάδελφοί του. Έμαθε να καλύπτει τα κενά με αυτοσχεδιασμούς, με δικές του ατάκες και αστεία και τον αυθορμητισμό του. Είναι πρωταγωνιστής, είναι θιασάρχης, ανήκει στη «μεγάλη σχολή των κωμικών»!

 

Η δολοφονική επίθεση εναντίον του

Ήταν Αύγουστος του 1931, όταν γράφτηκε μια μαύρη σελίδα στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Το καλοκαίρι εκείνο, ο Βασίλης Αυλωνίτης, συμμετείχε στην επιθεώρηση «Κατεργάρα» των Κίμωνα Καπετανάκη και Μίμη Κατριβάνου, στο καινούργιο θέατρο Περοκέ. Ανάμεσα στα νούμερα που παρουσίαζε ήταν και εκείνο όπου σατίριζε την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, με τον τίτλο, «Από τους υπουργούς βγήκαν τα κολοκύθια».

Σε ένα σημείο του σκετς, ο 27χρονος τότε ηθοποιός σατίριζε στενούς συνεργάτες του Βενιζέλου, οι οποίοι είχαν εμπλακεί σε ένα μεγάλο σκάνδαλο της εποχής, το γνωστό «σκάνδαλο της νοθευμένης κίνησης». Η «Κατεργάρα» ήταν μια παράσταση που συζητιόταν πολύ. ο κόσμος κάθε βράδυ γέμιζε ασφυκτικά το θέατρο. Ο Τύπος της εποχής, πάλι, ήταν διχασμένος, όπως και οι κριτικές. Άλλες μιλούσαν για μια «κίτρινη» επιθεώρηση και άλλες για μια σπουδαία παράσταση.

Το βράδυ εκείνο, όταν ο Αυλωνίτης βγήκε στη σκηνή, όρμησαν κατά πάνω του, από το κοινό όπου κάθονταν, τέσσερις άνδρες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι διακωμωδούσε τον Βενιζέλο. Ο ένας εξ αυτών, οπλοφορούσε, στρέφοντας το όπλο του εναντίον του ηθοποιού. Εκείνος εμβρόντητος προσπάθησε να προφυλαχθεί, ψιθυρίζοντας «Τι φταίω εγώ ρε παιδιά;», ενώ καθώς προχωρούσε προς τα πίσω, σκόνταψε και έπεσε κάτω.

Αυτή η πτώση γλύτωσε τη ζωή του, όμως υπήρξε μοιραία για τον 35χρονο τεχνικό του θεάτρου. Όπως ανέφερε δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος» σε εκείνο το σημείο στην κουΐντα βρισκόταν ο Παναγιώτης Μωραΐτης, τον οποίο η σφαίρα που προορίζονταν για τον Αυλωνίτη, βρήκε στην καρδιά του. Ο 35χρονος άνδρας «άφησε» την τελευταία του πνοή, λίγη ώρα αργότερα.

Στο «Περοκέ» επικράτησε πανικός. Δημοσίευμα της εποχής περιγράφει τα όσα σοκαριστικά συνέβησαν τη βραδιά εκείνη. «Η σκηνή του θεάτρου, ενόμιζε κανείς ότι μετεβλήθη εις τόπον εκτελέσεων, των δολοφόνων πυροβολούντων χωρίς διάκρισιν, ενώ οι ηθοποιοί ετρέποντο κάτωχροι προς τα παρασκήνια δια να σωθούν».

Από τη δολοφονική επίθεση τραυματίστηκαν θεατές, ο λογιστής, ο ηλεκτρολόγος και μια ηθοποιός της παράστασης. Ο κόσμος έτρεχε να σωθεί, ενώ λέγεται ότι κάποιοι άλλοι προσπάθησαν να λιντσάρουν τους εκτελεστές.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Μπορεί να διέθετε άφθονο χιούμορ και στην καθημερινότητά του, όμως, ήταν και ένας κλειστός χαρακτήρας. Τη δολοφονία του Παναγιώτη Μωραΐτη, δεν κατάφερε ποτέ να την ξεπεράσει. Όπως και τον τρόπο που αυτή ήλθε, αφού η σφαίρα του εκτελεστή βρήκε τον 35χρονο τεχνικό ενώ είχε πέσει κάτω ο Αυλωνίτης.

Ο σπουδαίος ηθοποιός θεωρούσε τον εαυτό του εν μέρει υπεύθυνο για τον θάνατό του. Τις ενοχές και το βάρος που ένιωθε στη συνείδησή του, τα κουβαλούσε μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής του. Η βραδιά εκείνη της 22ας Αυγούστου τον σημάδεψε.

 

Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο

 

Ο Φιλοποίμην Φίνος αρνιόταν λυσσαλέα να τον συμπεριλάβει στο καστ της ταινίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Ο Αλέκος Σακελάριος που τον πίστευε πολύ, παρακαλούσε για τον Αυλωνίτη και ο Φίνος απαντούσε, για πολύ καιρό, πως «Όχι! Δεν τον θέλω!». Ο Σακελάριος δεν έκανε πίσω, αλλά ούτε και ο Φίνος και έτσι περνούσε ο καιρός. Τελικά, ο μέγας Σακελάριος έκανε το δικό του, πείθοντας τον ιερό πια, παραγωγό μας αφού ανέλαβε προσωπικά το ρίσκο για την διανομή. Η ταινία υπήρξε τεράστια επιτυχία. Μάλιστα ο Φιλοποίμην Φίνος θα επιστρέψει στην ταινία και στον πρωταγωνιστή που δεν ήθελε με τη συνέχειά της, το «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» του 1957, λατρεύοντας πλέον τον Αυλωνίτη.

Κράτησε πάντα την προσωπική του ζωή μακριά από τη δημοσιότητα, αλλά και οι άνθρωποι είχαν να ασχοληθούν  με τα έργα του και όχι με κουτσομπολιά. Σεμνός λένε, άνθρωπος και με σεβασμό στις γυναίκες, μια φορά ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα μια ωραία Αγγλίδα και την παντρεύτηκε. Με την αγαπημένη του Γιογιό απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Ελένη.

Η τεράστια καριέρα

Από το 1924 έως και το 1928 εμφανίστηκε σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις, στις οποίες ανέλαβε πρωταγωνιστικούς, αλλά και δευτερεύοντες ρόλους. Έκανε την ανεπίσημη αρχή το 1924, στην οπερέτα «Το κορίτσι της γειτονιάς» του Ν. Χατζηαποστόλου και την πρώτη, επίσημη πια, εμφάνισή του, έναν μόλις χρόνο αργότερα στη θεατρική παράσταση «Ερωτικές Γκάφες» στον θίασο της Ελένης Ζαφειρίου.

Το 1928 ο γίγαντας της κωμωδίας αποφάσισε να συγκροτήσει δικό του θίασο και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την επιθεώρηση, αφήνοντας πίσω του τις κωμωδίες και τις οπερέτες. Το 1934 συμμετείχε σε αρκετές επιθεωρήσεις του θεάτρου Περοκέ, ενώ αργότερα συγκρότησε ξανά θίασο σε συνεργασία με τον Κυριάκο Μαυρεά. Σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατά τις οποίες συνεργάστηκε με άλλους εξίσου ταλαντούχους ηθοποιούς. Η συνεργασία που ξεχώρισε πιο πολύ από όλες όμως, ήταν εκείνη με τον Νίκο Ρίζο και την Γεωργία Βασιλειάδου, οι οποίοι αναμφισβήτητα αποτέλεσαν μαζί ένα αχτύπητο τρίδυμο.

Το 1929 έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία «Μαρία η Πενταγιώτισσα». Αργότερα, ακολούθησαν και άλλες ταινίες από τις οποίες ξεχωρίζουν οι εξής: «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός», «Η Κυρία Δήμαρχος», «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας», «Η Σοφερίνα», «Ησαΐα χόρευε», κ.α.. «Η Αριστοκράτισσα και ο Αλήτης» ήταν η τελευταία ταινία στην οποία εμφανίστηκε ο ηθοποιός, καθώς απεβίωσε λίγες μόλις μέρες μετά την λήξη των γυρισμάτων.

Ο ίδιος είχε δει λίγες από τις ταινίες του και είπε κάποτε σε συνέντευξη, που είχε δώσει στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο ότι: «Δημητράκη, θα τις δω στον άλλο κόσμο, όπου, δεν μπορεί, κάποιος Εβραίος ή Έλληνας θα έχει στήσει σινεμά».

Ο Βασίλης Αυλωνίτης υπέφερε από χρόνια βρογχίτιδα, η οποία εξελίχθηκε σε βρογχοπνευμονία και στις 10 Μαρτίου του 1970 άφησε την τελευταία του πνοή στα 66 του χρόνια.

Όπως διαβάσαμε πρώτα στο Grande Φεβρουαρίου