Αποκλειστικά

NAΤΑΣΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ : “ΤΟ ΦΛΕΡΤ ΜΕ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕ ΜΕΤΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ”

53

Η δημοφιλής τραγουδίστρια επιστρέφει στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια  μέσα από τις σελίδες του “BACK TO SCHOOL”, μιά συλλεκτική έκδοση της Κατερίνας Παπαγεωργίου

«Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς μου όμως κατάγονται από τη Δράμα. Αυτό σήμαινε πως κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι έπαιρναν εμένα και τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερο αδερφό μου και ταξιδεύαμε στο πατρικό χωριό, όπου περνάγαμε εξαιρετικά. Τα καλοκαίρια πολλές φορές κάναμε διακοπές στη Χαλκιδική. Όμορφη, αλλά προς το αυστηρό η μαμά μου. Σήμερα νομίζω πως καλά έκανε και κρατούσε αυτήn τη στάση. Ο πατέρας, πιο διαλλακτικός και συζητήσιμος. Και οι δύο δημόσιοι υπάλληλοι.
Εμένα κάτι μου έλεγε πάντα πως θα φύγω από τη Θεσσαλονίκη. «Πάμε να μείνουμε στην Αθήνα», θυμάμαι πως συνήθιζα να επαναλαμβάνω στη μητέρα μου. «Δεν έχουμε λόγο να ζήσουμε εκεί», μου απαντούσε. Όταν πήγαινα τρίτη γυμνασίου, ήρθαμε στην Αθήνα για να δούμε ένα θείο μου. Είχαμε πάει στην Ακρόπολη και στον Εθνικό Κήπο. Ήμουνα γεμάτη χαρά. Με το που επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησα τη γκρίνια: «Πότε θα πάμε ξανά στην Αθήνα; Πότε;».

Ωστόσο, σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι για μένα το καταφύγιό μου, μια πόλη που κρατάω πάντα μέσα μου, και, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, δεν περνάει ποτέ μέρα που να μην κλείσω για λίγο τα μάτια για να ταξιδέψω σε εκείνα τα υπέροχα χρόνια».
Η εικόνα που έχει από την παιδική και εφηβική της ζωή είναι νοσταλγικά υπέροχη. Αξέχαστα χρόνια! Το σόι μεγάλο και εκείνη το χαϊδεμένο τους. Η μητέρα της είχε άλλες δύο αδερφές. Η μεσαία αδερφή της, που δεν είχε δικά της παιδιά, ήταν η δεύτερη μάνα της. Σ’ εκείνη εκμυστηρευόταν όλα τα μυστικά της. Η πιο μικρή αδερφή της μαμάς της, που πέρναγε τη Νατάσα μονάχα δέκα χρόνια, είχε γίνει ο φύλακας άγγελός της:
«Με το που έκλεισα τα δεκαεπτά ερχόταν πάντα μαζί μου και με συμβούλευε για χίλια δυο πράγματα».
Όσο για τη Νατάσα, όπως λέει και η ίδια, σύμφωνα με αφηγήσεις της μητέρας της, ήταν από μικρή ένα πολύ καλό και συνεργάσιμο παιδί, χωρίς εξάρσεις και εντάσεις, που τα πήγαινε καλά με όλους, γιατί είχε το χάρισμα της επικοινωνίας.
Όμορφη αλλά αγοροκόριτσο. Με κοντά μαλλιά και παντελόνια. Δεν βαφόταν, δεν έπινε, δεν κάπνιζε. Όσο για φλερτ;
«Όταν πήγαινα σχολείο» μου λέει «το φλερτ ήταν μια κατάσταση «παγωμένη»! Με απασχόλησε μονάχα μετά το λύκειο, όταν άρχισα να σπουδάζω. Κι εκεί όχι σπουδαία πράγματα! Ίσως γιατί από μικρή ήμουν συγκρατημένη και πειθαρχημένη! Περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν! Με ένα χαμόγελο όμως πάντα στα χείλη. Με χιούμορ αλλά και αυτοσαρκασμό».
Στο σπίτι τακτοποιούσε μόνη της σχολαστικά το δωμάτιό της, διάβαζε και για ατέλειωτες ώρες ονειροπολούσε!
«Έκλεινα τα μάτια» μου λέει «και με τη φαντασία μου ταξίδευα σε μια ζωή σαν κι αυτή που κάνω τώρα! Μου άρεσε επίσης πολύ να χορεύω και να τραγουδάω με τις ώρες, τριγυρνώντας στο σπίτι! Άκουγα τραγούδια του ’70 και του ’80, θαύμαζα τη Ντόνα Σάμμερ, την Γούιτνεϊ Χιούστον, τη Νταϊάνα Ρος. Μεγαλώνοντας, αγάπησα και την «Εθνική Ελλάδος» του πενταγράμμου: Καζαντζίδη, Μαρινέλλα, Αλεξίου, Νταλάρα!».

Στην οικογένειά της δεν υπήρχε κανένας καλλιτέχνης. Ούτε τα δικά της όνειρα για το μέλλον είχαν σχέση με το τραγούδι.
«Πρόθεσή μου ήταν να γίνω δικηγόρος», θυμάται, «καθώς είχα μια άνεση λόγου. Όταν δεν πέρασα στη Νομική, φοίτησα σε σχολή δημοσιογραφίας. Στο μεταξύ, όμως, καθώς τραγουδούσα συνέχεια στο σπίτι, ο πατέρας μου, ένας ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, διακρίνοντας πως κάτι μπορεί να λέει η φωνή μου, με πήρε και πήγαμε να με ακούσει ένας φίλος του που ήταν τραγουδιστής. «Όντως, η κόρη σου τραγουδάει πολύ ωραία» του είπε εκείνος, προτείνοντας να λέω κάποια τραγούδια σε ένα οικογενειακό μαγαζί που είχε. Εγώ είδα την πρότασή του σαν παιχνίδι. Δεν πέρασε καμία σκέψη από το μυαλό μου για καριέρα. Ό,τι έκανα τότε ήταν για εκείνη την ημέρα.
Πήγα, λοιπόν, να τραγουδήσω στο μαγαζί του, ένα οικογενειακό στέκι, ένα βράδυ Σαββάτου. Ξεκίνησα με το «Κόκκινο φουστάνι» της Αρβανιτάκη. Είχα κάνει πρόβα μονάχα ένα απόγευμα. Τα πήγα τέλεια, αλλά την επόμενη ξύπνησα με σαράντα πυρετό! Ο οργανισμός μου δεν είχε αντέξει στο ξενύχτι! Από εκείνη τη στιγμή όμως το τραγούδι μπήκε στο μυαλό μου. Ήταν και το χαρτζιλίκι που έβγαζα και το έβαζα στην άκρη! Ξεκίνησα, λοιπόν, μαθήματα στο Μακεδονικό Ωδείο. Καιρό αργότερα, το 1988, μέσω κάποιου γνωστού που με άκουσε να τραγουδάω στο ωδείο, βρέθηκα στο «Ακρόαμα», ένα από τα πιο γνωστά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης.
Στο κέντρο με συνόδευε πάντα ο πατέρας μου ή ο αδερφός μου, που περίμεναν να τελειώσει το πρόγραμμα για να επιστρέψουμε μαζί στο σπίτι. Δεν το έκαναν για να ελέγχουν τις κινήσεις μου ή γιατί δεν με εμπιστεύονταν, απλώς με προστάτευαν, γιατί ήμουν πάντα «της φροντίδας».
Άλλωστε, μέχρι εκείνη τη στιγμή ο κόσμος της νύχτας ήταν κάτι το τελείως άγνωστο στην οικογένειά μας».

ΜΕ ΛΙΓΕΣ ΛΕΞΕΙΣ:

Πρώτος δίσκος που αγόρασα:
Με την μαμά μου είχαμε αγοράσει τα «Νησιώτικα» του Πάριου.

Σχολική απόδοση:
Στο δημοτικό διάβαζα στα πεταχτά λίγο πριν πάω για ύπνο! Στο γυμνάσιο ήμουνα από τις καλές μαθήτριες. Ιδιαίτερα αγαπούσα τα φιλολογικά μαθήματα και την έκθεση. Στις αντιγραφές, βέβαια, τις μαμουνιές μου τις έκανα!

Αγαπημένη κούκλα:
Η Μπάρμπι! Ατέλειωτες Μπάρμπι με τα μπάνια τους, τα σπιτάκια τους, τα καλλυντικά τους. Τόσες κούκλες δεν έχουν σήμερα ούτε οι κόρες μου!

Κρυφή συνήθεια:
Έγραφα στίχους!

Εφηβική εκτόνωση:
Φραπές, παραλία και τηλεόραση. Έβλεπα με τις ώρες «Ατίθασα Νιάτα», μπαλέτο, όπερες, Μίκυ Μάους, ντοκιμαντέρ.

Χειρότερο απόγευμα:
Το απόγευμα της Κυριακής. Ατελείωτο. Με έπιανε βαθιά μελαγχολία γιατί την επομένη είχαμε πάλι σχολείο!

Ναρκωτικά:
Η μητέρα μου δεν χρειάστηκε ποτέ να μου πει να μην πάρω ναρκωτικά. Ήταν τόσο ζεστό και υγιές το κλίμα στην οικογένειά μου, υπήρχε τέτοια σύμπνοια και αγάπη, που δεν θα μπορούσα ποτέ να στραφώ στα ναρκωτικά.

 

 

Όπως διαβάσαμε πρώτα στο Grande Οκτωβρίου