Πολιτισμός

Γιάννης Ρίτσος: 112 χρόνια από την γέννηση του σπουδαίου Έλληνα ποιητή

15
Επιμέλεια Άρθρου: Καλοσκάμη Λίλα

 

Συμπληρώνονται σήμερα 112 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, ο οποίος έγραψε το δικό του χρυσό κεφάλαιο στην ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας με τα ποιήματα του και ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30».

Το έργο του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Ωστόσο όλες οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι δεκάδες μεταφράσεις, τα χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού, που όλοι αγάπησαν.

Ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν ο βενιαμίν της οικογένειας, από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).

Από τα πιο γνωστά του έργα είναι ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως», ενώ το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Αποφοίτησε το 1919 από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Δυστυχώς όμως ένα τραγικό γεγονός μαύρωσε την χαρά του, όταν την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».

Όταν ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του το 1925 στο Γύθειο έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Ωστόσο λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα.

Ένα χρόνο αργότερα αρρώστησε και εκείνος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου και γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Δεν κατάφερε όμως να την παρακολουθήσει ποτέ.

Τους επόμενους μήνες συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια.

Μια γνωριμία «σταθμός» στην ζωή του, μέσα στο «Σωτηρία» ήταν εκείνη με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του.

Ταυτόχρονα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης, όπου και ανέλαβε να σκηνοθετήσει αλλά και να συμμετέχει σε παραστάσεις.

Μέρα με την ημέρα η υγεία του βελτιώθηκεόπως επίσης και τα οικονομικά του. Μεγάλη βοήθεια σε αυτό πήρε από την αγαπημένη του αδελφή Λούλα.

Ένα χρόνο αργότερα ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938), ενώ πέντε χρόνια αργότερα τον νοσηλεύτηκε και η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Ο Γιάννης Ρίτσος συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Άρχισε να αρθρογραφεί το 1934 στον Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ, το οποίο ήταν αναγραμματισμός του επιθέτου του. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος του ΚΚΕ,όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Την άνοιξη του 1936 και συγκεκριμένα στις 9 Μαΐου, έγιναν στην Θεσσαλονίκη οι αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Μια ημέρα μετά, στις 10 Μαΐου, ο Γιάννης Ρίτσος είδε στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ενώ ταυτόχρονα νοσηλευόταν στο σανατόριο της Πάρνηθα. Να τονίσουμε ότι αυτή η ποιητική σύνθεση παραμένει ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους – εγκώμιο για τον Ρίτσο:

Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης

Να παραμερίσουμε για να περάσης.

Το 1938 προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο, ενώ παράλληλα κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.

Ο Γιάννης Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, κατά τη διάρκεια της  Κατοχής,ωστόσο συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ. Δεν δέχτηκε ποτέ να πάρει  χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Στα «Δεκεμβριανά», μετά την ήττα του ΕΛΑΣ, ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη.

Σε μια στάση του στην Λαμία, συνάντησε τον Άρη Βελουχιώτη και κατόπιν κατευθύνθηκε μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Ακόμα ένα δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης, είναι η «Ρωμιοσύνη», το οποίο έγραψε το 1945.

Εξορίστηκε στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951), κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου λόγω της αριστερής δράσης του.

Επέστρεψε στη Αθήνα το 1952 και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Ο γάμος του με την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, έγινε το 1954 και λίγένα χρόνο αργότερα απέκτησαν μια κόρη, την Έρη (1955).

Ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων, ταξίδεψε το 1956 στη Σοβιετική Ένωση και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».

Ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν όταν το διάβασε αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» όπως ο ίδιος είπε και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Ο Μίκης Θεοδωράκης το 1960 μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό.

Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.

Την 21η Απριλίου 1967, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα , τον ειδοποίησαν οι φίλοι του να κρυφτεί, όμως εκείνος παρέμεινε στο σπίτι του, όπου και τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Λίγο καιρό αργότερα και μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση, έμεινε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς.

Το 1975 τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί», ενώ αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ένα χρόνο αργότερα τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Στις 11 Νοεμβρίου 1990, άφησε την τελευταία του πνοή αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Τρείς ημέρες αργότερα ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.