Συνεντεύξεις

ΣΟΦΗ ΖΑΝΝΙΝΟΥ

"ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΠΑΝΤΡΕΥΟΜΟΥΝ ΠΟΤΕ!"
56

Όσοι έχουν την τύχη να συνεργαστούν μαζί της, τη χαρακτηρίζουν άψογη, σοβαρή επαγγελματία.

Όσοι έχουν τη χαρά να βρίσκονται στην καθημερινότητά της, λένε πως είναι η πολυτιμότερη φίλη που είχαν ποτέ.

Ο λόγος για τη Σόφη Ζαννίνου, κόρη του πολυαγαπημένου

και αείμνηστου Γιάννη Παπαδόπουλου. Tου αγαπημένου μας… Ζαννίνο!

 

Συνέντευξη στην Λίλα Καλοσκάμη

 

 

Ότι το όνομα «Ζαννίνο» δεν είναι το πραγματικό είναι γνωστό.

Πως βγήκε όμως αυτό το όνομα;

Το όνομα «Ζαννίνο» του το «έβγαλε» ο Αττίκ. Τότε δούλευε στη μάνδρα του Αττίκ. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη, η οποία τότε ήταν ένα λιμάνι διεθνές. Εκεί υπήρχαν γειτονιές. Υπήρχε η γειτονιά των Ιταλών, η γειτονιά των Γάλλων, η γειτονιά των Ελλήνων, η γειτονιά των Τούρκων κοκ. Όταν, λοιπόν, έπαιζε με τα παιδιά των Ιταλών τον φώναζαν «Νίνο», που σημαίνει Γιάννης στη γλώσσα τους. Όταν πάλι έπαιζε με τα παιδιά των Γάλλων τον φώναζαν «Ζαν», που είναι το Γιάννης στα γαλλικά. Γι αυτό και το «Ζαννίνο», Γιάννης-Γιάννης, δηλαδή. Όταν, λοιπόν, διηγήθηκε την ιστορία αυτή στον Αττίκ, εκείνος του είπε ότι δεν θα λέγεσαι «Παπαδόπουλος» στο θέατρο, αλλά «Ζαννίνο».

Ωστόσο, και εσύ μπήκες στον καλλιτεχνικό χώρο με το ψευδώνυμο του μπαμπά.

Ναι γιατί έτσι μας ήξεραν όλοι. Από πάρα πολύ νωρίς όλοι τον ήξεραν Ζαννίνο. Κανείς δεν τον ήξερε ως Παπαδόπουλο. Εγώ παίζω από πέντε χρονών στο θέατρο και στο σινεμά από επτά. Το όνομά μου από τότε ήταν Σόφη Ζαννίνου. Αυτό ήταν το όνομά μας, όλοι έτσι μας αποκαλούσαν. Το όνομα Παπαδόπουλος δεν υπήρχε ποτέ και πουθενά. Μόνο στα επίσημα έγγραφα, πουθενά αλλού. Μάλιστα, όταν ήμουν μικρή, με ξέρανε ως το «Ζαννινάκι».

Μπαμπάς Ζαννίνο. Ο πιο «γλυκός – κακός». Ένας «άκακος γίγαντας» όπως πολλοί τον αποκαλούσαν.

Ήταν πραγματικά ένας πολύ καλόκαρδος άνθρωπος. Έχω πάρει πολλά «δώρα» ζωής από τον πατέρα μου. Σε πληροφορώ πως σε αρκετές στιγμές πάνω στη δουλειά έχω «παίξει» τον πατέρα μου. Στη «θηλυκή εταιρεία» που ήμουν με ένα τσιγάρο στο στόμα και μιλούσα συνέχεια, είναι «κλεμμένο» από τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου το έκανε αυτό και το υιοθέτησα και εγώ γιατί μου άρεσε πολύ.

Τι κρατάς σαν «Ευαγγέλιο» από εκείνον, που το ακολουθείς πιστά στη ζωή σου;

Το «Έσο έτοιμη» για οποιοδήποτε καλό και για οποιοδήποτε κακό γιατί σε εμάς ως άνθρωποι μπορεί να μας συμβούν τα πάντα. Ακόμα ένα που το ακολουθώ πιστά είναι πως μου έλεγε να μη λέω «ναι» ή «όχι» αμέσως στις επαγγελματικές προτάσεις. Μπορεί, μου έλεγε, να μου γίνει μια πρόταση που με την πρώτη ματιά να φανεί καλή, να ξετρελαθώ και να πω «ναι» και στη συνέχεια να το μετανιώσω γιατί μπορεί τελικά να μη μου αρέσει. Θα το επεξεργάζεσαι, μου έλεγε, καλά μέσα στο μυαλό σου και μετά θα απαντάς ένα «ναι» ή ένα «όχι». Με τα «όχι» -όπως υποστήριζε- «χτίζονται» καριέρες. Να μη λέω «ναι» ποτέ σε μια δουλειά που δεν μου αρέσει και δεν με καλύπτει. Όχι οικονομικά, αλλά καλλιτεχνικά. Κάτι ακόμα που ο Ζαννίνο μου έμαθε είναι όσον αφορά τα χρήματα να έχω μία ευθεία στη ζωή μου. Είτε πολλά λεφτά βγάλω ή καθόλου, να έχω τον ίδιο τρόπο ζωής. Μου έλεγε να μην παραμυθιάζομαι από τις εποχές που βγάζω χρήματα, θα είναι πάντα έτσι. Να μην τρελαίνομαι από το χρήμα, διότι τώρα μπορεί να βγάλω και αύριο να μην έχω φράγκο. Γι αυτό το λόγο ποτέ στη ζωή μου δεν υπήρξα σπάταλη.

Από τα γεννοφάσκια σου καλλιτέχνης. Μεγάλωσες μέσα στα θέατρα και τα κινηματογραφικά πλατό. Τι θυμάσαι από τα «Ιερά Τέρατα» του θεάτρου που γνώρισες από μωρό;

Αυτή είναι η «προίκα» μου. Το ότι έπαιξα μαζί με τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τη Βασιλειάδου, τον Ρίζο, τον Σταυρίδη… με όλα αυτά τα «Ιερά Τέρατα» είναι πραγματικά η «προίκα» μου. Διότι μαθήτευσα εγώ δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν και δάσκαλοι μου στη σχολή μουσικού θεάτρου που πήγαινα. Το πρωί ήταν οι καθηγητές μου και το βράδυ έπαιζα μαζί τους.

Σου έλειψε η ανεμελιά και το παιχνίδι ως παιδί;

Ναι πολύ! Δούλευα, δούλευα, δούλευα συνέχεια από πολύ μικρή και είχα ευθύνες. Ήμουν υπεύθυνη από μικρή. Δηλαδή, έπρεπε να πάω στην πρόβα, στην παράσταση, να είμαι στην ώρα μου, καθαρή, ντυμένη, χτενισμένη, βαμμένη. Έκανα, δηλαδή, το πρόγραμμα που θα έκανε ένας ενήλικας και εγώ ήμουν πέντε –έξι χρονών. Στο «Τύφλα να έχει ο Μάρλον Μπράντο» με τον Βέγγο σκέψου πήγαινα ακόμα δημοτικό!

Υπήρξες αυστηρή μαμά; Ήθελες και η Φιόνα να είναι πάντα τυπική και οργανωμένη -όπως εσύ από τότε που ήσουν παιδί;

Ήμουν μαμά της πειθαρχίας. Ήθελα πάντα να είναι συνεπής στις εργασίες της, στο ωράριό της, να μην αργεί. Αυτό που έμαθα και εγώ από τον πατέρα μου ήταν η πειθαρχία. Πήγαινε στο σχολείο της, στη σχολή Βακαλό για να κάνει σχέδιο και ζωγραφική και κάποια στιγμή έπρεπε να επιλέξει αν θα ακολουθήσει το τραγούδι ή την ζωγραφική. Η Φιόνα πάντα ήταν και είναι συνεπής στις δουλειές και στις δραστηριότητές της.

Πως είναι η συγκατοίκηση με τρεις γενιές γυναικών; Γιαγιά, μαμά, κόρη…

Μια χαρά. Η μια δεν ενοχλεί την άλλη γιατί έχει το δικό της «κονάκι». Εννοείται βρε παιδί μου πως κάποιες διαφωνίες θα υπάρξουν π.χ. για το τι θα μαγειρέψουμε, αλλά αν κάποια θέλει να ακούσει μουσική, να ξεκουραστεί, να δει τηλεόραση, δεν ενοχλεί την άλλη. Για παράδειγμα, η Φιόνα που είναι καθηγήτρια μουσικής και ορθοφωνίας δεν ενοχλεί κανέναν όταν έρχονται οι μαθητές ή οι τραγουδιστές που τους κάνει μαθήματα γιατί το δωμάτιο της, το στούντιο και το μπάνιο της είναι σε άλλη πτέρυγα του σπιτιού.

Ο Ζαννίνο και η μαμά σου ήταν -όπως έλεγαν όλοι όσοι τους γνώριζαν- ένα από τα πιο ερωτευμένα ζευγάρια που όλοι είχαν συναντήσει. Ωστόσο, όταν ο μπαμπάς «έφυγε», η μαμά δεν θέλησε ποτέ να παντρευτεί ξανά;

Έρωτας μεγάλος πραγματικά. Σε πληροφορώ πως η μαμά μου από τον καιρό που πέθανε ο πατέρας μου, όχι απλά δεν θέλησε να ξαναπαντρευτεί, αλλά ούτε να ξαναβγεί έξω από το σπίτι. Φαντάσου δεν έχει έρθει ούτε στο θέατρο να με δει. Ερχόταν πάντα μαζί με τον πατέρα μου, στις παραστάσεις ή στα κέντρα που εμφανιζόμουν. Μετά τον θάνατο του μπαμπά δεν πάει πουθενά. Ήταν ταγμένη στον πατέρα. Αυτόν τον άνδρα γνώρισε σαν πρώτο άνδρα της ζωής της, με αυτόν «έδεσε», έμεινε, παντρεύτηκε και είναι μέχρι τώρα ταγμένη.

Εσύ σκέφτηκες να παντρευτείς ξανά; Κάποιο φλερτ έστω υπάρχει;

Από τον καιρό που χώρισα μέχρι τώρα είχα και έχω άλλες προτεραιότητες. Δεν μου λείπει κάποιος άνδρας ή κάτι. Στην ηλικία μου κάνω άλλα πράγματα που μου δίνουν και σοφία και γνώση. Τώρα να παριστάνω την τριαντάρα, δεν είναι ούτε σωστό, ούτε σοβαρό. Άλλωστε, είναι τόσες οι δουλειές που κάνω, που με «γεμίζουν» και ειλικρινά δεν μου λείπει η αντρική παρουσία, ο σύντροφος. Μάλλον θα ταλαιπωρούσα όποιον χριστιανό αν τον είχα δίπλα μου γιατί δεν θα με έβλεπε ποτέ. Μπορεί να βρω κάποιον στα ενενήντα μου, να πίνουμε τσάι και να πηγαίνουμε στα μοναστήρια (γελάει). Δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ, ούτε μία στο τρισεκατομμύριο. Είναι η μόνη φορά που θα πω το «ποτέ». Γιατί λένε ποτέ μην λες ποτέ. Ε, αυτή την φορά λέω «ποτέ». Επίσης, δεν πιστεύω και στο θεσμό του γάμου. Τον βρήκαμε απλά από τις γιαγιάδες μας, του παππούδες μας, τους γονείς μας και τον κάνουμε και εμείς θέλοντας και μη!

Πότε δύο άνθρωποι πρέπει να είναι μαζί;

Πιστεύω πως δύο άνθρωποι πρέπει να είναι μαζί, εφόσον το θέλουν και οι δύο να είναι μαζί και εφόσον αγαπιούνται. Όταν σταματήσει αυτή η αγάπη μεταξύ τους, δεν υπάρχει λόγος να είναι μαζί. Δηλαδή, δεν είναι καλό για κανέναν να μένει σε ένα γάμο που όχι απλά έχει πάψει να αγαπάει τον σύντροφο, αλλά ούτε και να τον βλέπει στο σπίτι δεν τον αντέχει άλλο, απλώς μένει μαζί του επειδή έχει παιδιά και είναι παντρεμένη ή για το τι θα πει η γειτονιά. Λάθος! Δεν το θεωρώ αυτό σωστό. Μία ζωή έχουμε, γιατί να πρέπει να το ζούμε αυτό το πράγμα; Όταν δεν τον θέλεις τον άλλον του λες «μέχρι εδώ ήτανε, μας τέλειωσε, ευχαριστώ πολύ και γεια σου»! 

Είναι αλήθεια πως μία από τις συνήθειές σου είναι να ξυπνάς μέσα στο βράδυ για να σιδερώσεις -για παράδειγμα ένα πουκάμισο- ή να κάνεις μια δουλειά στο σπίτι που ξαφνικά θυμήθηκες;

Ναι! Αυτό είναι ψυχαναγκασμός. Είμαι λίγο ψυχαναγκαστική. Πιο παλιά ήμουν ακόμα περισσότερο ψυχαναγκαστική. Δηλαδή, μπορεί να έπεφτα για ύπνο και να με «έτρωγε» μέσα μου το γιατί -για παράδειγμα- έχω αφήσει άπλυτα. Σηκωνόμουν και έβαζα πλυντήριο. Έλεγα π.χ. δεν σκούπισα σήμερα το δωμάτιό μου. Σηκωνόμουνα την ώρα που το σκεφτόμουνα και σκούπιζα. Το τελευταίο διάστημα το έχω λίγο κοντρολάρει και οργανώσει και υπάρχουν πλέον στιγμές που λέω «χμ… έχω αφήσει άπλυτα ρούχα, ε, δεν βαριέσαι μωρέ θα τα πλύνω αύριο». Θεωρώ πως όλοι μας είμαστε ψυχαναγκαστικοί. Όλοι μας έχουμε θέματα. Δηλαδή, εάν παρακολουθήσουμε τον εαυτό μας καθημερινά θα δούμε πως στην ουσία κάνουμε τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο κάθε μέρα και μας ενοχλεί όταν δεν γίνουν τα πράγματα έτσι όπως ακριβώς τα έχουμε στο μυαλό .Ψυχαναγκασμούς έχουμε όλοι μας!

Στην εποχή μας πολλοί συνάδελφοί σου και όχι μόνο, έχουν στραφεί να πάρουν μια βοήθεια από κάποιον ειδικό. Εσύ;

Έχω περάσει πολλά στη ζωή μου. Δεν έχω περάσει και λίγα. Τα πάντα, όμως, προσπαθώ να τα ξεπερνάω μόνη μου. Συζητάω φυσικά με τη μαμά μου, την κόρη μου και τους πολύ κολλητούς μου φίλους.

Ο άνθρωπος που σε χαλαρώνει, σε ηρεμεί σε κάποια δύσκολη περίοδο της ζωής σου, ποιός είναι;

Η Φιόνα μου, η κόρη μου. Μιλάω μαζί της, της λέω τα προβλήματα μου και είναι ο άνθρωπος που με ηρεμεί και μου δίνει λύσεις.

Έχεις φανταστεί τον εαυτό σου ως γιαγιά;

Ναι, τον έχω φανταστεί. Ωστόσο, δεν επεμβαίνω στη ζωή της. Ό,τι θέλει εκείνη να κάνει και ό,τι την κάνει ευτυχισμένη.

Πως βλέπεις τα χρόνια που έρχονται;

Βλέπω να έρχονται χρόνια ψυχρά. Αυτό με τρομάζει. Ο κόσμος, πλέον, λόγω της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που ζούμε, της πτώχευσης και της ανεργίας, γίνεται πιο ψυχρός και πιο «σκληρός». Δυστυχώς, αρχίζει και γίνεται «ο θάνατος σου η ζωή μου» και αυτό κάνει τον άνθρωπο μοναχικό. Αυτό με τρομάζει και θα ήθελα να «φύγω» και να μην το δω αυτό.

 

Η τεχνολογία είναι Ενα μαχαίρι,Ενα δίκοπο μαχαίρι!

 

 

Γιατί στην εποχή μας υπάρχει αυτή η αποξένωση των ανθρώπων; Κατά την άποψή σου, τι φταίει;

Πιστεύω ακράδαντα πως η αποξένωση αυτή των ανθρώπων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην τεχνολογία, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν τα τηλέφωνα και θέλαμε κάποιον, αναγκαστικά πηγαίναμε να τον βρούμε, να του πούμε τι θέλουμε, να μιλήσουμε μαζί του. Τώρα –πλέον- με την τεχνολογία, τα κινητά τηλέφωνα και φυσικά το διαδίκτυο αυτό χάθηκε. Αυτό που βλέπω και με θλίβει είναι όταν κοιτάζω μία παρέα νέων παιδιών, που υποτίθεται πως έχουν βγει για να διασκεδάσουν και είναι για παράδειγμα σε μια καφετέρια και κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον, είναι σκυμμένοι πάνω από ένα κινητό και είτε μιλάνε με άλλους, είτε μιλάνε μεταξύ τους πάλι από το κινητό. Το έχω δει και αυτό και λέω δεν υπάρχει. Να μιλάνε μεταξύ τους με μηνύματα ή να μιλάνε μέσω μηνυμάτων με «φίλους» οι οποίοι υποτίθεται πως είναι φίλοι. Με τρελαίνει αυτό. Η τεχνολογία είναι ένα μαχαίρι, ένα δίκοπο μαχαίρι και πρέπει να ξέρεις να την ελέγχεις και να τη χρησιμοποιείς σωστά. Το μαχαίρι έχει εφευρεθεί για να κόψει το ψωμί αλλά μπορεί και να σε «κόψει». Όσοι λένε στο facebook έχω 5.000 φίλους είναι σαν να είναι πλούσιοι στη Monopoli. Εγώ τα social media τα χρησιμοποιώ μόνο για τη δουλειά μου.

 

Έχεις βγει ποτέ με κάποιον που μέσα από τα social media σου έχει προτείνει να πάτε για έναν καφέ;

Όχι γιατί πεντακόσιοι άνθρωποι μπορεί να μου το ζητήσουν. Εάν, λοιπόν, βγω με κάποιον που μου προτείνει να πιούμε έναν καφέ ή φαγητό μέσα από το ίντερνετ, θα πρέπει να πάρω το αυτοκίνητο και να πηγαίνω νύχτα – μέρα βόλτα για καφέ, για ποτό ή φαγητό με όποιον μου προτείνει. Να πάω να πιω καφέ στο Βόλο, μετά στη Χαλκίδα, μετά στο Καρπενήσι και πάει λέγοντας.