Υγεία & Σώμα

Οστεοπόρωση: Μία «Υπουλη» νόσος.

71

Οστεοπόρωση είναι μία από τις πιο συχνές παθήσεις των οστών. Μία στις τρεις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και ένας στους πέντε άντρες άνω των 50 ετών πάσχουν από οστεοπόρωση.

Τα οστά έχουν την ικανότητα προσαρμογής του σχήματος και του μεγέθους τους, ανταποκρινόμενα στο μέγεθος και το είδος των μηχανικών φορτίων που δέχονται.

Ωστόσο, στην περίπτωση των οστεοπορωτικών ασθενών παρατηρείται μειωμένη οστική μάζα και διαταραχές στην αρχιτεκτονική της δομής των οστών που αυξάνει την επικινδυνότητα για κάταγμα.

Τα κατάγματα έχουν σημαντική επίπτωση στην ποιότητα ζωής και μειώνουν το προσδόκιμο επιβίωσης των οστεοπορωτικών ασθενών.

Μορφές οστεοπόρωσης

Η οστεοπόρωση διακρίνεται στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση, σχετιζόμενη με την εμμηνόπαυση ή την πάροδο της ηλικία και στη δευτεροπαθή οστεοπόρωση.

Η πιο συχνή μορφή είναι η μετεμμηνοπαυσιακή, η οποία εμφανίζεται σε γυναίκες την περίοδο της εμμηνόπαυσης και είναι αλληλένδετη με τη μείωση οιστρογόνων. Η οστεοπόρωση των ηλικιωμένων εμφανίζεται μετά τα 70 και μπορεί να επηρεάσει και τα δύο φύλα. Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση εμφανίζεται είτε σε ασθενείς με συγκεκριμένες παθήσεις (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα), είτε σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που περιλαμβάνει κορτιζόνη, αντιεπιληπτικά χάπια κ.α.

Παράγοντες κινδύνου για την οστεοπόρωση

Διάφοροι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την οστεοπόρωση. Αυτοί διαχωρίζονται σε παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν με τις καθημερινές συνήθειες ή σε μη τροποποιήσιμους παράγοντες, όπως είναι: γενετικοί, κληρονομικότητα, ιστορικό κατάγματος, γυναικείο φύλο, ηλικία άνω των 50 ετών, εμμηνόπαυση, διάφορες παθήσεις, συνεχής λήψη κορτιζόνης.

Παράγοντες που μπορούν να προσαρμοστούν:

Χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D μέσω της διατροφής. Οι ουσίες αυτές είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη των οστών και την υγιή οστική μάζα.

Έλλειψη σωματικής άσκησης.

Χαμηλό σωματικό βάρος.

Κάπνισμα – Μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Η οστεοπόρωση είναι μία «ύπουλη» νόσος. Η απουσία συμπτωμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι χαρακτηριστικό της. Μπορεί να περάσουν χρόνια με συνεχή αλλοίωση της οστικής μάζας έως ότου εμφανιστεί το πρώτο σύμπτωμα που είναι το κάταγμα. Ασθενείς που έχουν υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ενός επόμενου  κατάγματος κατά 86%.

Το συντριπτικό ποσοστό των οστεοπορωτικών καταγμάτων αφορούν τη σπονδυλική στήλη, την πηχεοκαρπική άρθρωση και το ισχίο. Επίσης οστεοπορωτικά κατάγματα μπορούν να εμφανιστούν σε άλλα οστά.

Υπάρχει περίπτωση το κάταγμα να εμφανίζεται με την ένδειξη πόνου στη μέση και χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο τραύμα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι απλή και γίνεται με τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας.

Ωστόσο, ο γιατρός σας προκειμένου να πραγματοποιήσει μια ολοκληρωμένη αποτίμηση του προβλήματος μπορεί να χρησιμοποιήσει πιο σύνθετα  μοντέλα αξιολόγησης του καταγματικού κινδύνου τα οποία, εκτός από την οστική πυκνότητα, λαμβάνουν υπόψιν και τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου.

Πότε πρέπει να γίνεται η μέτρηση της οστικής πυκνότητας:

Στις όλες τις γυναίκες άνω των 65, είτε εμφανίζουν, είτε όχι παράγοντες κινδύνου.

Σε γυναίκες και άνδρες που λαμβάνουν κορτιζόνη για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σε ασθενείς με παραμόρφωση σπονδύλων.

Σε ασθενείς που έχουν υποστεί κάταγμα.

Σε όλους εκείνους που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία για οστεοπόρωση, προκειμένου να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Με τις σύγχρονες θεραπευτικές δυνατότητες για την οστεοπόρωση, μπορεί να επιτευχθεί η αναστολή της επιπλέον οστικής απώλειας, η αύξηση της οστικής μάζας και η μείωση της πιθανότητας κατάγματος.

Ανάμεσα στα φάρμακα που λαμβάνονται είναι το ασβέστιο και η βιταμίνη D.

Το θεραπευτικό πλάνο καθορίζεται από τον γιατρό, για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου.

Τι δείχνει η εξέταση της οστικής πυκνότητας για την οστεοπόρωση;

Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας θα δείξει τις φυσιολογικές ή μη τιμές που μπορεί να υποδηλώνουν οστεοπόρωση. Είναι η μοναδική εξέταση που προσφέρει ασφαλή διάγνωση της πάθησης. Όσο χαμηλότερη είναι η τιμή της οστικής πυκνότητας, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος. Η εξέταση θα φανερώνει πόσο αδύναμα είναι το οστά, θα εκτιμήσει την επικινδυνότητα κατάγματος το επόμενο διάστημα και θα αξιολογήσει αν βελτιώνεται η οστική μάζα ή χειροτερεύει.

Η εξέταση της οστικής πυκνότητας θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε ένα με δύο χρόνια, σε ασθενείς που βρίσκονται ήδη σε φαρμακευτική αγωγή.

Τι συμβαίνει όταν υπάρχει οστεοπενία και ποιες οι διαφορές με την οστεοπόρωση;

Αν ο γιατρός σας αναφέρει ότι έχετε οστεοπενία, αυτό σημαίνει ότι η οστική πυκνότητα είναι μεν χαμηλή, αλλά όχι τόσο ώστε να διαγνωστείτε με οστεοπόρωση. Οστεοπενία δεν σημαίνει ότι απαραίτητα χάνετε οστική μάζα, απλώς μπορεί να ανήκετε στην κατηγορία εκείνων που η οστική τους μάζα ανέκαθεν ήταν χαμηλή. Δηλαδή, για τον δικό σας οργανισμό η τιμή αυτή να είναι φυσιολογική. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει άτομα με κληρονομική χαμηλή οστική συχνότητα, με ιδιαίτερο σωματότυπο ή με συγκεκριμένα νοσήματα.

Στην περίπτωση οστεοπενίας, πρέπει να γίνει και δεύτερη μέτρηση οστικής μάζας. Ο ιατρός θα κάνει σύγκριση των δύο μετρήσεων και θα αξιολογήσει αν όντως υπάρχει απώλεια οστικής μάζας ή αν αυτή η τιμή που βρέθηκε στην πρώτη μέτρηση είναι σταθερή. Μερικές φορές ίσως χρειαστεί 2η και 3η μέτρηση, προκειμένου ο γιατρός να αποφανθεί αν χρειάζεστε ή όχι φαρμακευτική αγωγή.

 

Γράφει ο γυμναστής-σύμβουλος διατροφής Σπύρος Τσουτσάνης