Ταξίδι

Οδοιπορικό στην Μαγική Κρήτη: «Η ήρεμη δύναμη του …Λασιθίου» – Μέρος 1ο

139

«Όλοι μου λεν ν´ απαρνησθώ του Λασιθιού τον δρόμο.

Μα πώς να τον απαρνησθώ που ´χει η καρδιά μου πόνο.

Όλοι μου λεν ν´ απαρνησθώ του Λασιθιού τον δρόμο…»

 

Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Λασίθι. Τέσσερις λέξεις στη σειρά· το μαγικό μας ξόρκι. Τέσσερα κομμάτια γης στη σειρά, ποτισμένα με αλυκό, πελαγίσιο νερό· το μαγικό μας φίλτρο. Κι εγένετο… η Κρήτη. Τι λέτε; Ξετυλίγουμε την κλωστή απ’ την ανέμη, να βρούμε την μαγεία την κρυμμένη;

Οροπέδιο Λασιθίου, Άγιος Νικόλαος, Ιεράπετρα, Σητεία οι τέσσερις δήμοι του νομού· ή αλλιώς, η πανέμορφη κλωστή, που είναι τυλιγμένη, στη μαγική Λασιθιώτικη ανέμη. Κι επειδή όλοι μας θέλουμε η μαγεία να διαρκεί, ας ξετυλίξουμε αυτή τη φορά λίγη απ’ την κλωστή.

Γράφει η Πηνελόπη Κοφιάνη

                                                       

Δήμος Οροπέδιο Λασιθίου

Βρισκόμαστε τώρα σε έναν από τους πιο ορεινούς δήμους της Κρήτης. Ίσως τον πλέον ορεινό, αφού το σύνολο της έκτασής του βρίσκεται σε υψόμετρο άνω των 800 μ. με το αλμυρό νερό της θάλασσας, να μην αγγίζει κανένα του σημείο. Η μαγική μας χρονομηχανή μας μεταφέρει σε χρόνους και τόπους που προκαλούν δέος. Είμαστε στο 2800 π.Χ. σε υψόμετρο 1.025 μ. και αντικρίζουμε έναν από τους πιο δυσπρόσιτους και μυστηριακούς τόπους κατοικίας, ταφής και αργότερα (2000 π.Χ. περίπου) λατρείας· το Δικταίο Άντρο, το σπήλαιο του Δία. Μέσα στα 2.200 τετραγωνικά του μέτρα βλέπουμε – σύμφωνα με την γνώμη των περισσότερων μελετητών – τον τόπο γέννησης του «Πατέρα θεών και ανθρώπων» της μυθολογίας μας, του Δία. Περπατάμε ανάμεσα από σταλαγμίτες, σταλακτίτες και παραπετάσματα, θαυμάζοντας τον εντυπωσιακό του διάκοσμο και εξερευνώντας ένα από τα πιο θεαματικά σπήλαια της Κρήτης. Η ανάσα μας κόβεται στην θέα ενός μεγάλου αναδιπλούμενου σταλακτίτη, του Μανδύα του Δία. «Αφροδίτη… Δίας… Δικταίοι Κουρήτες… Αμάλθεια… Μίνωας… Πασιφάη… Φαίδρα… Αριάδνη… Διόνυσος… Επιμενίδης… Ευρώπη… Άρπυιες…». Η ανεπαίσθητη ηχώ, που βγαίνει από τα υγρά και ακανθώδη τοιχώματα του σπηλαίου, καθώς τα αγγίζουμε, νιώθουμε, ότι μας ψιθυρίζει ονόματα, μύθους και θρύλους, που προστατεύει, αιώνες τώρα, στα σπλάχνα του.

Επόμενος χρονικός σταθμός, το 1284 μ.Χ. Ενετοκρατία. Τότε, που το οροπέδιο του Λασιθίου κηρύσσεται για πρώτη φορά από τον Δούκα της Κάντιας, ως τόπος ακατοίκητος κι οι ποινές για τους ανυπότακτους είναι φρικτές. Οι Ενετοί πρέπει με κάποιο τρόπο να εξασφαλίσουν, ότι καμία άλλη εναντίον τους εξέγερση – όπως αυτή του 1273 μ.Χ. – δεν θα ξεκινήσει ξανά από εκεί. Γι’ αυτό ακολουθούν κι άλλες τέτοιες διατάξεις (1293, 1343 και 1364 μ.Χ.), ώσπου το 1649, παραδίδουν αμαχητί το οροπέδιο, έπειτα από 437 ολόκληρα χρόνια, στα χέρια των επόμενων κατακτητών του, των Τούρκων. Αποτέλεσμα; Ο τόπος αυτός, που μετράει ζωή από την Υστερομινωική 1η περίοδο, αλλά κι αμέτρητες πληγές από τις βαρβαρότητες των κατακτητών του, να διατηρεί και κάποιους από τους πιο όμορφους ορεινούς οικισμούς της Κρήτης.

 Ψυχρό.  Το πιο γνωστό και το πιο τουριστικό χωριό του Οροπεδίου, λόγω του Δικταίου Άντρου, που βρίσκεται ακριβώς από πάνω. Πλάτη. Ο οικισμός με το μεγαλύτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς, οι ανασκαφές που έγιναν εκεί, έπειτα από σύσταση του Ιωσήφ Χατζηδάκη, έφεραν στο φως τρία μινωικά κτίρια, 1ης, 2ης και 3ης Υστερομινωικής εποχής. Κουδουμαλιάς. Ένα από τα πιο παλιά και μικρά χωριά του Οροπεδίου με το όνομά του να προέρχεται από το δέντρο Κράταιγος ο αζαρόλος, ή αλλιώς Κουδούμαλος, που αφθονεί στην περιοχή. Μαγουλάς. Το πιο ψηλό χωριό της περιοχής (900 μ. υψόμετρο) και ένα από τα πιο όμορφα χωριά του Οροπεδίου, καθώς, είναι χτισμένο ανάμεσα σε δέντρα και άλση. Η πανοραμική του θέα στην Λασιθιώτικη πεδιάδα μας αφήνει άφωνους. Μαρμακέτω. Το χωριό, που έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη μάχη της Κρήτης, μετά του Αρκαδίου, κατά την περίοδο των Ελληνικών Επαναστάσεων. Τζερμιάδων. Ο τόπος, που βρίσκεται το σπήλαιο της Τραπέζας, γνωστό και ως Κρόνιον, το οποίο κοντά στο τέλος της μεσομινωικής εποχής, έδωσε τη θέση του ως ιερό, στο Δικταίον Άντρον.

Επιστρέφοντας σιγά-σιγά στο σήμερα, βρισκόμαστε να περπατάμε στο σχετικά βατό και πανέμορφο φαράγγι του Χαυγά. Το φαράγγι αυτό έχει συνολικό μήκος περίπου 4χλμ και γίνεται προσβάσιμο στον καθένα από την έξοδό του, καθώς εκεί κάνει ένα αρκετά μεγάλο άνοιγμα. Αν φανούμε όμως λίγο πιο τολμηροί και αποφασίσουμε να το ανηφορίσουμε, θα διαπιστώσουμε, ότι το φαράγγι στενεύει απότομα στη συνέχειά του, αλλά και πως η ανηφορική και δύσκολη πορεία του  μας αποζημιώνει στο τέλος. Η μικρή και πανέμορφη λίμνη του Νεραϊδοκόλυμπου με τον παράξενα ολοστρόγγυλο βράχο βρίσκεται μπροστά μας και περιμένει να μας δροσίσει με τα νερά της. Μας προσκαλεί, να σταθούμε κάτω από το ορμητικό, κρύο νερό του μικρού της καταρράκτη• του μικρού καταρράκτη, που σχηματίζεται από τα νερά του Χαυγά ή αλλιώς Ξενικού Ποταμού, ο οποίος και διαρρέει το ομώνυμο φαράγγι.

Κι έτσι, δροσισμένοι κι ανάλαφροι πια, κατηφορίζουμε προς την πεδιάδα, για να δούμε κι από κοντά το μέρος, όπου κάποτε δέσποζε περήφανο το αρχαιότερο, ομορφότερο και μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στον κόσμο, το «αιολικό πάρκο των θεών». Η αρχή έγινε το 1890 με την επινόηση του Εμμανουήλ Παπαδάκη και τους πρώτους αντλητικούς ανεμόμυλους να είναι ξύλινοι. Μέχρι το 1900 είχαν τοποθετηθεί στην πεδιάδα περίπου 20. Την δεκαετία του 1950 πια, το οροπέδιο Λασιθίου μετρούσε περίπου 13.000 ανεμόμυλους, συνολικής ισχύος πάνω από 5 MW. Το πάρκο αυτό ήταν εξ αρχής ιδέα και δημιουργία ντόπιων, οι οποίοι λειτούργησαν τους ανεμόμυλους αυτούς ως αντλητικές μηχανές των πηγαδιών της πεδιάδας, ώστε να ποτίζονται οι καλλιέργειες το καλοκαίρι. Η υπέροχη αυτή εικόνα των χιλιάδων ανεμόμυλων, που έδεναν τόσο αρμονικά με το περιβάλλον, θύμιζε κάτι από ζωγραφιά και υμνήθηκε ακόμα και από τον Οδυσσέα Ελύτη στο καλλιτεχνικό του κολάζ «Το μήνυμα».

Κι αφού γευθήκαμε αρκετά, όσα συνάντησαν τα μάτια μας εδώ, προχωράμε και προς τον…

Δήμο Αγίου Νικολάου 

Πόλη Αγίου Νικολάου ή αλλιώς Λατώ προς Καμάρα. Έτσι ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα η πόλη αυτή, τότε, όπου μαζί με το alter ego της, Λατώ Ετέρα, αποτελούσαν μία και μοναδική διοικητική ενότητα και λάτρευαν παράλληλα την ίδια θεά, την Ειλειθυία. Χτισμένη στα ερείπια της προκατόχου της, θέλει κι αυτή με τη σειρά της, να τέρψει τις αισθήσεις και την φαντασία μας, όπως ακριβώς έκαναν και όλες οι προηγούμενες συντοπίτισσες αδελφές της. Αγναντεύοντας πανοραμικά την υπέροχη θέα της πόλης και όλου του κόλπου, από τον λόφο του Αγίου Χαραλάμπους, όπου βρισκόμαστε σκαρφαλωμένοι, αφήνουμε στην αρχή το βλέμμα μας να περάσει πάνω από τα πολλά σκαλοπάτια της πόλης (χαρακτηριστικό γνώρισμά της) κι έπειτα, να γλιστρήσει απαλά στο κέρας της Αμάλθειας, το γλυπτό του πετρόκτιστου αιθρίου, που φιλοτέχνησαν οι γλύπτες Νίκος και Παντελής Σωτηριάδης, αλλά και στην Αρπαγή της Ευρώπης, το άγαλμα των 4 μέτρων ύψους, που σμίλεψαν οι ίδιοι πάλι γλύπτες, σε σχέδιο του βραβευμένου σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου. Ήχοι από γέλια γαργαλούν ευχάριστα τα αυτιά μας, όταν φανταζόμαστε τις θεές Άρτεμις και Αθηνά, να παίζουν γελώντας, καθώς λούζονται στα νερά της Βουλισμένης Λίμνης, σύμφωνα με αυτά που μας ψιθυρίζει ο αρχαίος μύθος. Έχοντας τώρα κλείσει τα μάτια μας, αφήνουμε και μας οδηγούν οι μπλεγμένες μυρωδιές από πεύκο, αλμυρίκι, αύρα θαλασσινή και δίχτυα ψαράδων σε μονοπάτια πέτρινα, τα οποία μας μεταφέρουν άλλοτε στην λίμνη, άλλοτε στην Κιτροπλατεία κι άλλοτε στην Μαρίνα. Η ματιά μας όμως αιχμαλωτίζεται από ένα μικρό κομμάτι γης, που πλέει θλιμμένα μέσα στη θάλασσα…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Σπιναλόγκα

Το καΐκι, που παίρνουμε από τον Άγιο Νικόλαο, για να μας πάει στο θλιμμένο νησί, διασχίζει αμέριμνα, τα γαλάζια νερά του βορείου Κρητικού πελάγους, δημιουργώντας χαρούμενο κατάλευκους αφρούς στο πέρασμά του. Είναι προφανές, ότι αγνοεί την τραγική ιστορία του νησιού. Εμείς πάλι, ακόμα κι αν την γνωρίζουμε, θέλουμε να σταθούμε πάνω στο χώμα του τόπου αυτού, να αγγίξουμε τους υγρούς από τα αλμυρά δάκρυα της θάλασσας τοίχους, του καλοδιατηρημένου του κάστρου, να περπατήσουμε ένα προς ένα τα άλλοτε πέτρινα κι άλλοτε χωμάτινα δρομάκια του και να αφουγκραστούμε τις ιστορίες του ανείπωτου πόνου, του σπαραγμού, της απώλειας, που έχουν να μας αφηγηθούν τα ερημωμένα σπίτια της καστροπολιτείας. Και τέλος, αφού καθίσουμε πάνω σε μία πέτρα του θλιβερού αυτού τόπου, να αναλογιστούμε την κοινή ανθρώπινη μοίρα σε αρρώστια και θάνατο, που, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν κάνει διακρίσεις σε ηλικία, φύλο, χρώμα δέρματος και οικονομική ή μη ευμάρεια.

Η Καλυδωνία λοιπόν, όπως κατά την αρχαιότητα λεγόταν, ανήκε στην αρχαία πόλη Ολούντα και μετονομάστηκε πολύ αργότερα σε Σπιναλόγκα (Spina Longa = Μακρύ Αγκάθι) από τους Ενετούς κατακτητές της. Το 1574 ξεκινάει η οχύρωσή της, καθώς οι Ενετοί φοβούνται την Τουρκική επέκταση και γι’ αυτό δομούν το νέο και ισχυρό φρούριο πάνω στα ερείπια του αρχαίου. Σκοπός τους είναι να προστατέψουν τα πλοία τους από Τούρκους και πειρατές, που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και να διατηρήσουν υπό την κατοχή τους τις αλυκές της Ελούντας, που τους αποφέρουν κέρδη. Εδώ, βρίσκουν καταφύγιο οι περίφημοι Χαΐνηδες (1645-1669), οι επαναστάτες Κρητικοί, οι οποίοι χρησιμοποιώντας το νησί αυτό ως ορμητήριο, ξεκινούν το αντάρτικο, ώσπου το 1898 καταφέρνουν να διώξουν όλους τους Τούρκους από την Κρήτη. Στις 30 Μαίου του 1903 υπογράφεται απόφαση, που ανακηρύσσει και μετατρέπει την Σπιναλόγκα σε νησί των Κρήτων αρχικά Χανσενικών (λεπρών) και αργότερα όλης της Ελλάδας. Οι συνθήκες στην αρχή είναι πραγματικά άθλιες. Δεν υπάρχει η παραμικρή οργάνωση, ούτε καν μια στοιχειώδης φαρμακευτική αγωγή. Είναι πολύ αργότερα που η Σπιναλόγκα αποκτά γιατρό, νοσηλευτές, καθαριστές, οικονομική υπηρεσία, ιερέα και επιστάτη. Κατά την περίοδο του 2ου παγκοσμίου πολέμου κι ενώ το νησί τελεί υπό κατάληψη των Γερμανό – Ιταλών, ο εκεί Διευθυντής γιατρός Γραμματικάκης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός, ότι κανείς από τους κατακτητές δεν έρχεται στο νησί, προς αποφυγή της νόσου, λειτουργεί παράνομο ραδιόφωνο και αντιγράφοντας τις ειδήσεις από Λονδίνο και Κάιρο, φροντίζει να ενημερώνει τους κατοίκους του. Το 1957 πια κι αφού ανακαλύφθηκαν τα αντιβιωτικά για την θεραπεία αυτής της νόσου, το λεπροκομείο κλείνει και το νησί πλέον ερημώνεται. Το τουριστικό ενδιαφέρον για την Σπιναλόγκα και την βαριά ιστορία της ξεκινάει τη δεκαετία του ‘70, όπου και οδηγεί σιγά-σιγά σε σημαντικές αναστηλώσεις και βελτιώσεις των κτιρίων της καστροπολιτείας, με αποτέλεσμα σήμερα πια, να μετράει πάω από 300.000 επισκέπτες κάθε χρόνο.

Ατενίζοντας με μελαγχολικές σκέψεις το νησί, καθώς το πλοιάριο της επιστροφής μας παίρνει μακριά του, νιώθουμε όλο και πιο επιτακτικά την ανάγκη για αλλαγή σκηνικού, για ήλιο, φως, θάλασσα, ζωή και χαρά.

Η επιστροφή μας βρίσκει στην Ελούντα, την πόλη που πήρε το όνομά της από την αρχαία Ολούντα, η οποία στους «Βίους Παραλλήλους» του Πλούταρχου αναφέρεται ως το Κέντρο της Γης (Ολούς το όλον το Κέντρον). Από την Ελούντα, τώρα πλέον παγκόσμιας φήμης τουριστικό θέρετρο, βλέπουμε να απλώνεται μπροστά μας όλος ο κόλπος του Μεραμπέλου και του Κόρφου. Ο δυνατός ήλιος, που ζωγραφίζει με χρυσές πινελιές τις δαντελωτές ακρογιαλιές της με τα κρυστάλλινα νερά τους, μας κάνει να μισοκλείνουμε τα μάτια από το τσούξιμο και ψάχνουμε τριγύρω μας για σκιερές και δροσερές εικόνες, για να αποθέσουμε το βλέμμα, ώστε να ανακουφιστεί. Έτσι, η δροσιά κι η ομορφιά των γύρω βουνών, με τις καταπράσινες πλαγιές τους να ακουμπούν το θαλασσινό νερό, μοιάζει σαν βάλσαμο στα μάτια μας. Ήχοι από απαλούς παφλασμούς, θρόισμα δέντρων και τραγούδια τζιτζικιών, ντύνουν μουσικά το όλο τοπίο και μπορούμε πλέον να καταλάβουμε, γιατί οι Βενετσιάνοι κατακτητές, μαγεμένοι από την ομορφιά του μέρους αυτού, το ονόμασαν Mirabello (κοίτα – ωραίο). Σίσι, Μπούφος, Μίλητος, Ανώγεια, Σκοτεινή, Βλυχάδια, Αγ. Αντώνιος, Χωματίστρα, Πλάκα, Τσιφλίκι, Ελούντα, Κολοκύθα, Πηγαϊδάκια, Κατσίκια, Χαβάνια, Αμμούδι, Κιτροπλατεία, Άμμος,Γαργαδόρος, Αλμυρός, Αμμουδάρα, Βαθύ, Καραβοστάση, Βούλισμα, Πηλός είναι ένα προς ένα τα ονόματα των μαγικών αυτών ακρογιαλιών. Γλιστράμε λοιπόν κι εμείς μέσα στα καθάρια νερά τους και γινόμαστε ένα με τα κομμάτια αυτού του πανέμορφου, πολύχρωμου, μελωδικού και ολοζώντανου παζλ της Κρητικής γης.

Τι λέτε; Θα ξετυλίξουμε μαζί και την υπόλοιπη κλωστή, απ’ την μαγική Λασιθιώτικη  ανέμη, μια φορά επομένη;

«…μα εγώ θα πιένω να ´ρχομαι για ένα χατίρι μόνο.

Όλοι μου λεν ν´ απαρνησθώ του Λασιθιού τη στράτα,

μα εγώ τσι λέω τσι καρδιάς βάστα καρδιά μου, βάστα».

Στίχοι: Γιάννης Βάρδας