Ταξίδι

Ψάθα – Αλεποχώρι: Τα… κρυμμένα «διαμαντάκια» της Αττικής

56

 

Επιμέλεια άρθρου: Πηνελόπη Κοφιάνη

Σε μικρή μόλις απόσταση από την Αθήνα και πολύ κοντά στα Μέγαρα κρύβεται ένας πολύτιμος κι ανέλπιστος θησαυρός, ένας θησαυρός καθαρών νερών, πρασίνου κι ομορφιάς. Αναφερόμαστε σε δύο πανέμορφα σημεία, δύο μοναδικά παραλιακά μέρη ενωμένα σε μία ευθεία, την Ψάθα και το Αλεποχώρι. Παρ’ όλο που τα βλέπουμε, παρ’ όλο που τα διασχίζουμε, μας φαίνεται σχεδόν απίστευτο, ότι είναι τόσο κοντά στην τσιμεντούπολη της πρωτεύουσάς μας.

Αφήνοντας πίσω μας την απρόσωπη εθνική Αθηνών – Κορίνθου κι επιλέγοντας την κατεύθυνση προς Μέγαρα, δεν φαίνεται να μας προϊδεάζει κάτι για τα υπέροχα τοπία, που θα συναντήσουμε σε λίγο μπροστά μας.

Κι όμως, με το που βλέπουμε την σήμανση, να μας καλώς ορίζει στο Αλεποχώρι, παίρνουμε αμέσως μια γεύση, των κρυμμένων διαμαντιών που σε λίγο θα ανακαλύψουμε. Καθώς διασχίζουμε αργά και προσεχτικά τον δρόμο, τα τοπία εναλλάσσονται, πότε με το καταπράσινο βουνό και τις απότομες στροφές του και πότε με το κυανό της θάλασσας, που απλώνεται πέρα μακριά από τους απότομους και πανύψηλους γκρεμούς.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η πρώτη μας εντύπωση μόλις μπαίνουμε στο κέντρο του χωριού του Αλεποχωρίου είναι, πως βρισκόμαστε τουλάχιστον δεκαετίες πίσω στον χρόνο, καθώς αυτό που αντικρίζουμε, μοιάζει με καρέ ταινίας από τον παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο. Το πανέμορφο ψαροχώρι, με τα λιλιπούτεια σπιτάκια του και το μικρό και ειδυλλιακό του λιμανάκι θυμίζει άλλες εποχές, εποχές απλές, αθώες και γνήσιες, σαν αυτές που οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας περιέγραφαν στις αφηγήσεις τους. Καθώς περπατάμε αργά πάνω στην βοτσαλωτή του παραλία, αγναντεύοντας την ήρεμη θάλασσα του λιμανιού, που καθρεφτίζει τα απέναντι βουνά στα νερά της, κοιτάζουμε πότε δεξιά και πότε αριστερά και το δίλημμά μας μεγαλώνει. Προς τα πού να πάμε; Προς Ψάθα ή προς Αλεποχώρι; Ποια από τις δύο ομορφιές να εξερευνήσουμε πρώτα;

Παίρνουμε τελικά την απόφαση να κατευθυνθούμε δεξιά, προς Ψάθα. Θέλουμε να δούμε από κοντά την παραλία, που έχει ψηφιστεί ως μία από τις ωραιότερες της Ελλάδας. Διασχίζοντας τα πρώτα κιόλας χιλιόμετρα της ευθείας που οδηγεί σε αυτή, δε μπορούμε παρά να νιώσουμε ένα σφίξιμο στο στομάχι, παρατηρώντας τους μεγάλους, μέσα στην θάλασσα πεσμένους βράχους, απομεινάρια του καταστροφικού σεισμού των Αλκυονίδων νήσων το 1981. Από την μια πλευρά του δρόμου οι πεσμένοι μέσα στην θάλασσα βράχοι, να λούζονται με αλάτινο νερό κι απ’ την άλλη οι ετοιμόρροποι, λες και κρέμονται από μία κλωστή βράχοι του βουνού, να λούζονται στο φως. Για να μπούμε στην παραλία πρέπει πρώτα να διασχίσουμε τον κυκλικό δρόμο, που βρίσκεται στην πίσω πλευρά της και να περάσουμε ανάμεσα από πυκνές και πανύψηλες καλαμιές, γεννήματα ενός βάλτου που παλιά υπήρχε εκεί. Σ’ αυτόν τον βάλτο και στις καλαμιές του οφείλει και το όνομά της, καθώς από το ψαθί, το υδρόβιο φυτό που υπάρχει άφθονο εκεί, κατασκευάζονται οι γνωστές σε όλους μας ψάθες.

Ολοκληρώνοντας τώρα τον κυκλικό δρόμο, βγαίνουμε πια στην παραλία, για να αντικρίσουμε ένα από τα πιο όμορφα τοπία, που έχουμε δει ποτέ. Ένας ανοικτός κόλπος 2,5 χλμ εκτείνεται μπροστά μας, με νερά κρυστάλλινα και βότσαλα, μικρά και μεγάλα, αναμειγμένα με την χοντρή άμμο, που δημιούργησαν με τα χρόνια οι θρυμματισμένες πέτρες. Σηκώνουμε το βλέμμα μας ψηλά κι αριστερά, προς το μέρος του δρόμου και βλέπουμε το όρος Πατέρα, το καταπράσινο βουνό να στέκεται, αιώνες τώρα, άγρυπνος φύλακας της παραλίας αυτής. Στο τελείωμα του κόλπου, τα μάτια μας αιχμαλωτίζονται από το άγριο σχεδόν σπηλαιώδες πέτρωμα των βράχων του βουνού, που απότομα και πριονωτά κατεβαίνουν μέχρι τον δρόμο. Στην αρχαιότητα ο ανοικτός κόλπος της Ψάθας, που βλέπει στον Κορινθιακό, ονομαζόταν Πάνορμος και ήταν ένα ακόμη λιμάνι των Μεγαρέων. Αγναντεύοντας, περπατάμε τον φαρδύ πεζόδρομο, που βρίσκεται πάνω από την παραλία κι απολαμβάνουμε την ηρεμία που αποπνέει το τοπίο. Μας είναι δύσκολο να φανταστούμε, ότι το καλοκαίρι και ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα, αυτή η ηρεμία δίνει την θέση της σε χαρούμενες φωνές και γέλια παραθεριστών, που καταφθάνουν εδώ για να χαρούν τα καθάρια νερά, που αναβλύζουν μέσα από τον βυθό της θάλασσας.

Eχοντας αφήσει πλέον πίσω μας την Ψάθα και περνώντας πάλι μέσα από το λιλιπούτειο ψαροχώρι, συναντάμε μια απότομη και ιδιαίτερα κλειστή στροφή. Η στροφή αυτή, στο τελείωμά της, μας αποκαλύπτει την δαντελωτή και υπέροχη παραλιακή διαδρομή των 8 χλμ, όπου ακολουθώντας την, θα ανακαλύψουμε το επόμενο κρυμμένο διαμαντάκι της Αττικής, το Αλεποχώρι. Ευθεία κι αριστερά μας ορθώνονται επιβλητικά τα Γεράνεια όρη, ο κατάφυτος αυτός πνεύμονας της Αττικής, που λόγω της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας αλλά και της παλαιότητάς του, προσφέρει, εκτός από άφθονο οξυγόνο, τα πετρώματα και το έδαφός του για μελέτες γεωλόγων, παλαιοντολόγων και σεισμολόγων. Από τα δεξιά μας απλώνεται μια πεντακάθαρη, αλλά και ιδιαίτερα αλμυρή θάλασσα. Τα Αλεποχωρίσια νερά είναι τόσο κρυστάλλινα και καθαρά, που μπορούμε κι από απόσταση, να διακρίνουμε, όχι μόνο τον πλούσιο και πετρώδη βυθό τους, αλλά ακόμα και το υδάτινο θρόισμα των φυκάδων τους, καθώς αυτές σπρώχνονται από ένα ελαφρύ κυματάκι. Δεξιά κι αριστερά μας, διάσπαρτες, μικρές και μεγάλες εξοχικές κατοικίες μας θυμίζουν ανέμελα παιδικά καλοκαίρια. Οι αισθήσεις μας μοιάζουν να ζωντανεύουν μία προς μία, καθώς προχωράμε. Εικόνες από εκτυφλωτικό ήλιο, ειδυλλιακά ηλιοβασιλέματα και ξάστερο ουρανό. Ήχοι από παφλασμούς και βότσαλα που ακούγονται να τα παρασέρνει το κύμα. Γεύσεις από καρπούζι και παγωτό. Μυρωδιές από πεύκο και φύκι. Ηλιοκαμένο δέρμα, που πάνω του κυλούν αλμυρές σταγόνες θάλασσας. Ένα μοναδικό κουβάρι αισθήσεων, που μόνο οι παιδικές αναμνήσεις μπορούν και ξετυλίγουν.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η περιοχή του Αλεποχωρίου είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Τότε που οι Αιγειρούσες (περιοχή Ντουράκο) και οι Παγαί ή Πηγαί (σήμερα Αλεποχώρι) ήταν τα επίνεια της αρχαίας Μεγαρίδος. Οι Αθηναίοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν τις Παγές σαν ορμητήριο κατά των Πελοποννησίων (461 π.Χ.). Η περιοχή όμως συνδέεται με την αρχαιότητα και με έναν ακόμη τρόπο. Απέναντι από τις ακτές του Αλεποχωρίου, στο ανατολικό τμήμα του Κορινθιακού βρίσκεται μέσα στη θάλασσα μια μικρή συστάδα νησιών, οι Αλκυονίδες νήσοι. Το όνομά τους το πήραν από τις νύμφες Αλκυονίδες, κόρες του μυθικού γίγαντα Αλκυονέα, οι οποίες όταν έμαθαν τον θάνατό του από τον Ηρακλή, θέλησαν να αφαιρέσουν την ζωή τους πηδώντας στη θάλασσα. Η Αμφιτρίτη όμως τις λυπήθηκε και τις μεταμόρφωσε σε αλκυόνες. Τα «Καλά νησιά», όπως αλλιώς λέγονται, αποτελούν τέσσερις κορυφές υφαλονήσου ( Ζωοδόχος Πηγή, Δασκαλειό, Γλαρονήσι, Πρασονήσι), οι οποίες αναδύθηκαν σε άγνωστη χρονική περίοδο από έντονες γεωλογικές διεργασίες. Στο άνυδρο έδαφός τους έχουν εντοπιστεί ερείπια αρχαίων κτισμάτων, που φανερώνουν την ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας κατά την αρχαιότητα.

Συνεχίζοντας την παραλιακή μας διαδρομή διαπιστώνουμε έκπληκτοι, ότι οι εικόνες και τα τοπία όχι μόνο εναλλάσσονται, αλλά και μπλέκονται μεταξύ τους. Έτσι, κατά το πέρασμά μας, βλέπουμε την απέραντη αμμουδιά με τα μεγάλα αλμυρίκια να δίνει την θέση της, λίγα μόλις μέτρα πιο κάτω, σε μια μικρή, στενή, αλλά πανέμορφη βοτσαλιά, το άγονο και πετρώδες πηλόχωμα των μικρών λοφίσκων να έχει δώσει ζωή σε πεύκα ψηλά και σχίνα, αλλά και την καταπράσινη πλαγιά ενός βουνού να κατρακυλάει, σαν διψασμένη λες, μέχρι κάτω στη θάλασσα, για να σβήσει τη δίψα της. Ώσπου κάποια στιγμή, παρ’ όλη την γύρω ομορφιά, το βλέμμα μας ακινητοποιείται σε ένα και μόνο σημείο· στον βράχο μέσα στη θάλασσα. Σημείο πλέον αναφοράς για την περιοχή του Αλεποχωρίου, ο βράχος μέσα στη θάλασσα, μοιάζει να είναι η αγέρωχη υπενθύμιση της δύναμης της φύσης προς εμάς τους ανθρώπους. Με τον καταστροφικό σεισμό των Αλκυονίδων νήσων το 1981 ενα τεράστιο κομμάτι βράχου αποκολλήθηκε από το βουνό και βίαια κατρακυλώντας έπεσε με δύναμη στην θάλασσα. Κι επειδή τίποτε μα τίποτε στην ζωή αυτή δεν είναι τυχαίο, ο βράχος κατρακύλησε και έπεσε μέσα στη θάλασσα, ακριβώς κάτω από την κορυφή της πιο στενής, κλειστής κι επικίνδυνης στροφής του παραλιακού αυτού δρόμου. Έκτοτε, παραμένει όρθιος εκεί, υπενθυμίζοντάς μας με το αγέρωχό του ύφος, πόσο μικροί κι ασήμαντοι είμαστε μπροστά στις δυνάμεις της φύσης.

Η ώρα της επιστροφής όμως έχει έρθει. Μας βρίσκει καθισμένους στην παραλία, πάνω σε μια ψάθα, να αγναντεύουμε ένα από τα πιο όμορφα ηλιοβασιλέματα του τόπου μας. Θέλοντας να αποτυπώσουμε στο χαρτί τοπία, συναισθήματα και σκέψεις γράφουμε τα παρακάτω:

«Ο ήλιος ένας εμπνευσμένος ζωγράφος. Αφήνει τις χρυσές του πινελιές στον ανάγλυφο καμβά της θάλασσας, βάφοντας σταδιακά τον ουρανό στα χρώματα της ίριδας. Πάνω από τα βουνά, τα μικρά συννεφάκια που φωτίζονται από αυτόν, μοιάζουν με φιδογυριστά δρομάκια του ουρανού. Ένας ήλιος, που τον Αύγουστο ειδικά, νιώθεις, ότι μόνο εδώ μπορεί να δύσει έτσι· κρύβοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα στήθη μιας Αλκυόνης».

Φωτογραφίες: Ζμπέιλη Ηλίας & Κοφιάνη Πηνελόπη