Lifestyle

Άσκηση Θάρρους, και κάτι ακόμα για να ζούμε ελεύθεροι.

69

Τι θέλεις επιτέλους από μένα;!

Γράφει η Πηνελόπη Κοφιάνη

Μια ερώτηση είναι. Μια απλή ερώτηση, που θέλουμε να κάνουμε στον απέναντί μας. Επειδή όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή τυχαίνει, να μην νιώθουμε αρκετά οχυρωμένοι ή επειδή, ως φωτεινοί παντογνώστες που είμαστε, ξέρουμε, ότι δε θα πάρουμε κάποια απάντηση, απλά δεν ρωτάμε. Δεν λέμε τίποτα. Ο απέναντί μας εντωμεταξύ, μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε· ακόμη κι ο ίδιος μας ο εαυτός. Μήπως αυτό μας συμβαίνει συχνά;

Αν ναι, τότε σίγουρα γνωρίζουμε και τη συνέχεια. Συγκρατούμαστε, δε μιλάμε, δε κάνουμε τίποτα. Φοράμε τη μάσκα της αδιαφορίας γι’ αυτό, που κατά βάθος ξέρουμε, ότι μας τρώει την ψυχή. Μένουμε άπραγοι, ενώ ζητάμε απεγνωσμένα απαντήσεις στο βουβό μας ερώτημα. Ψάχνουμε ακόμα και για μια βουβή απόκριση του απέναντι, αρκεί …να μην μιλήσουμε εμείς.

Έχουμε αναρωτηθεί όμως, γιατί μας συμβαίνει αυτό; Γιατί δεν έχουμε το σθένος να σταθούμε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ αυτόν που έχουμε απέναντί μας – όποιος κι αν είναι  – και να του θέσουμε το εξής ερώτημα: «Τι θέλεις επιτέλους από μένα;!». Μήπως φοβόμαστε; Είναι τελικά η μάσκα της αδιαφορίας, ένας κεκαλυμμένος φόβος;

Μα τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Τι άλλο θα μπορούσε, να μας δέσει τη γλώσσα έτσι, σαν φιογκάκι σε αμπαλάζ δώρου; Τι άλλο θα μπορούσε, να μας βάλει τσιρότο στο στόμα, να φράξει το λαρύγγι μας χειρότερα κι από φαρυγγίτιδα ή να δρα σαν την πιο ισχυρή κόλλα μεταξύ άνω και κάτω σιαγόνας; Ο φόβος φυσικά!  Ο κύριος αυτός, που είναι υπαίτιος για τόσα και τόσα λάθη στη ζωή μας! Αυτός ο κύριος, που δε μας επιτρέπει να παραδεχτούμε αλήθειες, ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό, ούτε και στους άλλους. Αυτός, που δε μας αφήνει να διακρίνουμε τα πραγματικά μας συναισθήματα, τα αληθινά μας «θέλω» και μας κάνει, να τρέμουμε στην ιδέα, ότι μπορεί να εκτεθούμε, άρα να γίνουμε ευάλωτοι.

«Ευάλωτοι; Τι δηλαδή; Άνθρωποι σαν να λέμε; Κι η… οχύρωση; Τι θα γίνει με την οχύρωσή μας;»

Μα πώς την έχουμε δει τελικά; Άνθρωποι ή κάστρα; Μόνο τα κάστρα οχυρώνονται! Άντε κι οι αρχαίες πόλεις-κράτη! Επιτέλους πια! Πότε θα μας κατατάξουμε στην έμβια ύλη αυτού του πλανήτη; Πότε θ’ αρχίσουμε, να μας φερόμαστε ανάλογα; Πότε θα αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο να γελάσει, να κλάψει, να αγαπήσει, να πληγωθεί; Πότε θα καταλάβουμε, ότι αυτό που φωνάζει μέσα μας, που ουρλιάζει και μας καλεί με τόσο θορυβώδη τρόπο προς το μέρος του, αλλά ταυτόχρονα, μας κάνει να οπισθοχωρούμε δήθεν  αδιάφοροι, είναι τελικά οι επιθυμίες μας οι ίδιες, οι αλήθειες μας οι ίδιες, ο εαυτός μας; Ένας εαυτός, που πρέπει να γνωρίσουμε, να αγαπήσουμε πραγματικά κι όχι να φοβόμαστε.

Γιατί δεν κάνουμε μια άσκηση θάρρους την επόμενη φορά; Γιατί δεν δοκιμάζουμε κάτι διαφορετικό; Ακόμα κι αν φοβόμαστε, ας πάρουμε την φόρα μας κι ας ορμήσουμε. Με τον τρόπο μας. Όποιος κι αν είναι αυτός. Ακόμα κι αν η φωνή μας τρέμει, το κορμί μας ολόκληρο ίσως, ας μην σταματήσουμε, ας μην σιωπήσουμε. Ας τελειώσουμε αυτό, που πρέπει να αρχίσει. Με διαλείμματα και με μικρά πισωγυρίσματα ακόμα. Μας επιτρέπεται. Άλλωστε, πώς να ξεγραφούν μονοκονδυλιά από την μνήμη, τόσες βουβές απραξίες;

Και πού ξέρουμε; Ίσως αυτή να είναι η αρχή ενός δρόμου, που δεν θα έχει πια άλλα πισωγυρίσματα, ούτε φωτεινούς παντογνώστες, ούτε κάστρα και μάσκες αδιαφορίας· ενός δρόμου απλά ανθρώπινου.

Πως γίνεται να έχετε μία εκπομπή που μπορείτε να καλέσετε ανθρώπους με ωραίο λόγο, παρουσία, που θα έχουν κάτι να πουν. Και αντ’ αυτού να καλείτε όλους αυτούς τους περιττούς;