Lifestyle

Οι …«κλειδοκράτορες» της ελευθερίας

182

«Ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι είναι οι γενναίοι» – Θουκυδίδης

Γράφει η Πηνελόπη Κοφιάνη 

 

Άραγε πόση γενναιότητα, να χρειάζεται η ελευθερία; Και πώς ορίζει ο καθένας μας την έννοια «ελευθερία»; Από την άλλη, μας ενδιαφέρει στ’ αλήθεια η δική μας ελευθερία, ή μήπως ασχολούμαστε με την ελευθερία των άλλων; Κι αν κάποιοι από μας παραδεχτούμε, ότι ισχύει η τελευταία περίπτωση, έχουμε αναρωτηθεί, γιατί συμβαίνει αυτό; Τα τέσσερα παραπάνω ερωτήματα, τα τέσσερα έντονα ερωτηματικά αυτά, που είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, ψάχνουν απαντήσεις και… τελείες. Πού όμως και κυριότερα, πώς να βρεθούν αυτές;

Εκλαμβάνοντας τον πρόλογο και τα ερωτηματικά του ως μια πρόκληση και θέλοντας παράλληλα να τεστάρουμε την γενναιότητά μας, αποφασίσαμε, να κάνουμε την προσπάθεια να απαντήσουμε και κατ’ αυτόν τον τρόπο, να βάλουμε μια δική μας τελεία στη θέση των ερωτηματικών αυτών.

Με εφόδιο βέβαια, τον διαφορετικό και εναλλακτικό τρόπο σκέψης, που προσφέρει λύσεις, σκεφτήκαμε, ότι θα ήταν πολύ καλύτερα, αν προσεγγίζαμε το θέμα έτσι ακριβώς, διαφορετικά και εναλλακτικά. Τι σημαίνει αυτό; Για αρχή είπαμε, να μην πάρουμε τις ερωτήσεις μία-μία με την σειρά, όπως αυτές αναφέρονται στον πρόλογο, αλλά με σειρά τέτοια, που να μας εξυπηρετεί, ώστε να μπορούμε, να οδηγούμαστε σιγά-σιγά σε ασφαλή συμπεράσματα. Έπειτα σκεφτήκαμε, να αντιστρέψουμε έννοιες και λέξεις, όπου χρειαστεί, να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή αντώνυμες λέξεις κι έννοιες, ώστε μέσω της αντίθεσης, μέσω του αντικατοπτρισμού, να κατανοήσουμε καλύτερα. Στη συνέχεια θελήσαμε, με εργαλεία μας πάντα τις λέξεις, να έχουμε και την φαντασία μας αρωγό, δημιουργώντας με αυτήν εικόνες, ώστε να γίνει όλο αυτό κάπως διαδραστικό και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο πιο αισθητό, πιο κατανοητό. Και τέλος, είπαμε να χρησιμοποιήσουμε αντερωτήσεις, ώστε να αποκομίσει ο καθένας μας – λόγω της μοναδικοτητάς του – τις εντελώς δικές του απαντήσεις και τελείες.

Ξεκινάμε λοιπόν πρώτα με το… δεύτερο ερώτημα. Πώς ορίζουμε εμείς οι ίδιοι την ελευθερία και άραγε ποσό σημαντική είναι η έννοια αυτή για μας; Ανατρέχοντας σε λεξικά αντωνύμων και ψάχνοντας την λέξη «ελευθερία», βρίσκουμε μεταξύ πολλών άλλων τα εξής: δουλεία, σκλαβιά, εγκλεισμός, περιορισμός κάποιου σε ασφυκτικά πλαίσια, παγίδα, φυλακή, εγκλωβισμός. Στο άκουσμα και μόνο αυτών των λέξεων νιώθουμε δυσάρεστα. Η αίσθηση του εγκλωβισμού σαφώς και είναι δυσάρεστη σε όλους. Το να μην υπάρχει διέξοδος από πουθενά, είναι ένα πνιγηρό και φρικτό συναίσθημα, που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζει ακόμα και θάνατο. Έναν αργό, ίσως και βασανιστικό θάνατο, ο οποίος ξέρουμε ότι δεν είναι επιλογή μας κι ότι μας έχει επιβληθεί. Ειδικά το τελευταίο, εντείνει το αίσθημα του αφόρητου, καθώς από την μία, η θέληση μας επιβάλλει να αντισταθούμε, ενώ από την άλλη νιώθουμε ακινητοποιημένοι, χωρίς να μπορούμε να αντιδράσουμε.

Φωτογραφία: Πηνελόπη Κοφιάνη

Ας κλείσουμε τα μάτια μας για λίγο κι ας μείνουμε εδώ, σε αυτήν την εικόνα και στα συναισθήματα που μας προκαλεί. Πώς νιώθουμε; Τι νιώθουμε; Τι γεύση μας αφήνει; Πώς αντιδράει το σώμα μας; Ποια χρώματα κυριαρχούν; Είμαστε στην αντίθετη πλευρά πλέον, στην απέναντι. Δεν νιώθουμε πως θέλουμε να κάνουμε, ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να γυρίσουμε πίσω, να επιστρέψουμε; Πού θέλουμε να επιστρέψουμε όμως; Σε ποια χρώματα; Πώς νιώθουμε εκεί; Ποια είναι τα συναισθήματα που μας γεννιούνται τώρα και πώς αντιδράει το σώμα μας σε αυτά; Επομένως, πώς ονομάζουμε αυτό στο οποίο θέλουμε να επιστρέψουμε και τι σημαίνει για μας;

Έχοντας έτσι πάρει έστω και μια γεύση, για το πώς ορίζει ο καθένας μας την ελευθερία και τι σημαίνει η έννοια αυτή για μας, προχωράμε στο τρίτο ερωτηματικό. Εκεί, όπου καλούμαστε να δώσουμε απάντηση, στο αν βιώνουμε πράγματι την δική μας ελευθερία ή ασχολούμαστε με αυτή των άλλων. Με έκπληξη διαπιστώνουμε όμως, πως για να μπορέσουμε να αποκριθούμε σε αυτό, θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα. «Κατά πόσο νιώθουμε ελεύθεροι και γενναίοι, ώστε να παραδεχτούμε, ότι μπορεί και να ασχολούμαστε με την ελευθερία των άλλων, αντί να βιώνουμε την δική μας;»

Ας φανταστούμε λοιπόν, ότι βρισκόμαστε μπροστά από έναν καθρέφτη, ένα κάτοπτρο. Το είδωλό μας είναι σχεδόν ανέκφραστο, ενώ εμείς χαμογελάμε. Κοιτάζουμε έτσι για αρκετή ώρα το ανέκφραστο είδωλο, χαμογελώντας, αλλά δεν μιλάμε. Κάτι όμως σε αυτήν την σιωπή μας ενοχλεί. Ξαφνικά, πλησιάζουμε κοντά στον καθρέφτη αποφασιστικά και ρωτάμε: «Μπορείς να κλείσεις τα μάτια σου και να έχεις πάνω από μια ωραία ανάμνηση της ζωής σου να θυμάσαι;», «Νιώθεις ευλογημένος/η με το δώρο της πραγματικής φιλίας;», «Μπορείς με το χέρι στην καρδιά να πεις, ότι απολαμβάνεις αγάπη από τους κοντά σε σένα ανθρώπους;», «Μπορείς να κοιμάσαι ήρεμα τα βραδιά χωρίς εφιάλτες;», «Είσαι σε θέση να κάνεις κάτι καλό, έτσι απλά για να το κάνεις, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα;», «Μπορείς να νιώσεις ότι δημιουργείς κάτι καλό, θετικό και ευεργετικό για άλλους κι όχι μόνο για σένα τον/την ίδιο/α;», «Νιώθεις ότι πατάς αρκετά καλά στα πόδια σου, ώστε να μπορείς να κάνεις μια καινούργια αρχή, όταν ένας κύκλος κλείνει;», «Μπορείς να γελάς ή και να κλαις με την καρδιά σου κι όχι να προσποιείσαι;», «Νιώθεις ηρεμία μέσα στο σπίτι σου, στον χώρο σου;», «Μπορείς να κοιτάς τον εαυτό του στον καθρέφτη και να χαμογελάτε και οι δύο μαζί, εσύ και το είδωλό σου;».

Αν έχουμε αποκριθεί «ναι» σε όλα τα παραπάνω, τότε έχουμε αυτομάτως τις απαντήσεις και τις τελείες του πρώτου και του τρίτου από τα αρχικά μας ερωτηματικά, χωρίς να είναι πλέον απαραίτητο να βρούμε κι αυτές του τέταρτου. Αν όμως το «όχι» κυριαρχεί ως απάντηση στην παραπάνω κουβέντα με τον εαυτό μας, τότε μας απομένει ένα ερωτηματικό ακόμα. «Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ασχολούμαστε με την ελευθερία των άλλων;».

Όπως είδαμε και πιο πάνω, η ανελευθερία ή αλλιώς το αίσθημα του εγκλωβισμού, η αίσθηση δηλαδή ότι δεν υπάρχει διέξοδος από πουθενά, εκτός από πνιγηρό και φρικτό συναίσθημα που είναι, μοιάζει, σε ορισμένες των περιπτώσεων, ακόμα και με θάνατο. Επομένως, το δίδυμο των αντωνύμων «ελευθερία – ανελευθερία» έχει για μας ισοδύναμη ένταση και ισχύ με αυτό του «ζωή – θάνατος».

Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί, παρά να μας οδηγήσει στα παρακάτω ερωτήματα: «Άραγε, γι’ αυτό όταν ασχολούμαστε με την ελευθερία των άλλων, νιώθουμε κι εμείς τόσο ηδονικά;». «Αισθανόμαστε δηλαδή, ότι μπορούμε να ασκήσουμε τέτοιου βάθους επιρροή στους άλλους; Επιρροή ζωής και θανάτου;». «Και νιώθουμε έτσι, ότι βρισκόμαστε σε θέση ισχύος, σωστά;». «Αν ναι, τότε υπάρχει το ενδεχόμενο, να έχουμε ακούσια εθιστεί σε μια ψευδαίσθηση δύναμης;». «Αλλά πόσο γνήσια κι αληθινή μπορεί να είναι μια δύναμη, που μας κάνει να αναγάγουμε τον εαυτό μας σε κλειδοκράτορα ελευθεριών άλλων;». «Μήπως απλά μας αρέσει να νιώθουμε σαν άτομα με δύναμη και κύρος, πασπαλισμένα ίσως και με μια θεϊκή εσάνς;».

Δεν μας ακούγεται και τόσο καλό το πιο πάνω, σωστά; Όμως αυτό, το όχι και τόσο όμορφό μας κομμάτι, έχει να κάνει με τα αρχέγονα ένστικτα της επιβίωσης, τα βασικά μας ένστικτα (πρέπει να επιβιώσω, άρα πρέπει να είμαι ισχυρός και να επεκταθώ), ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης δηλαδή, που ενυπάρχει σε όλους μας από «κτίσεως κόσμου».

Εδώ είναι που ίσως μπερδεύονται λίγο τα πράγματα. Ορισμένοι από εμάς δυσκολεύονται να τιθασεύσουν τις αρχέγονες αυτές παρορμήσεις τους. Δυσκολεύονται να επιβληθούν στα βασικά τους ένστικτα, δίνοντας έτσι μια λανθασμένη ερμηνεία στην αιτία ύπαρξής τους και μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτά, από εκείνη που τους αναλογεί. Κι εκεί ακριβώς είναι που προκύπτει και η ανισορροπία μεταξύ παρόρμησης/συναισθήματος και σύνεσης/λογικής. Η παρόρμηση και το συναίσθημα από την μία, μας υπαγορεύουν να γίνουμε μικροί θεοί ακόμα και εις βάρος άλλων, για να μπορούμε να επιβιώσουμε, αλλά η σύνεση και η λογική από την άλλη μας υπενθυμίζουν, ότι μπορούμε να είμαστε οι μικροί θεοί του εαυτού μας και μόνο. Με απλά λόγια, όταν ακούμε μόνο το συναίσθημα και την παρόρμησή μας, δεν μπορούμε να διακρίνουμε την λεπτή γραμμή οριοθέτησης μεταξύ της δικής μας ελευθερίας και της ελευθερίας των άλλων. Το ζητούμενο και επιθυμητό λοιπόν είναι, να βρούμε τις ισορροπίες μας πρώτα και έπειτα να παραδώσουμε όποια ξένα κλειδιά κρατάμε στους ιδιοκτήτες τους, ώστε να έχουμε προς διαχείρηση μόνο τα του εαυτού μας. 

Αν παρ’ αυτά εξακολουθούμε και κρατάμε την στάση του κλειδοκράτορα με επίγνωση των παραπάνω, τότε αφήνουμε σίγουρα να μας διαφύγει και κάτι ακόμα πολύ βασικό, ίσως και το πιο βασικό. Όντας σχεδόν εκστασιασμένοι από την ψευδαίσθηση της δύναμης του κλειδοκράτορα, δεν αντιλαμβανόμαστε, ότι δεσμεύοντας κάποιον ή κάτι, παράλληλα δεσμευόμαστε κι εμείς. Δια του λόγου το αληθές, αν προσπαθήσουμε να κάνουμε εικόνα – είτε απλή είτε συνθέτη, δεν έχει σημασία – την έννοια της δέσμευσης, θα δούμε, ότι είναι πάντα δύο τουλάχιστον τα μέλη που δεσμεύονται• αυτός/ό που δεσμεύει και αυτός/ό που δεσμεύεται. Παίρνοντας το απλοϊκό παράδειγμα της σχέσης φυλακισμένου – δεσμοφύλακα, διαπιστώνουμε, ότι ο φυλακισμένος, όντως, χάνει μεγάλο κομμάτι των ελευθεριών του, αλλά αντίστοιχα κι ο δεσμοφύλακας χάνει κομμάτι των δικών του, καθώς είναι υποχρεωμένος να διασφαλίζει, ότι ο πρώτος θα παραμένει μέσα στην φυλακή. Κατά συνέπεια, όσο συνεχίζουμε και χρίζουμε εαυτούς ως κλειδοκράτορες της ελευθερίας άλλων, βιώνουμε παράλληλα δύο ψευδαισθήσεις• την ψευδαίσθηση της δύναμης και την ψευδαίσθηση της ελευθερίας.

Οπότε… ποιος από μας είναι γενναίος και ποιος όχι; Ποιος από μας μπορεί και ζει πραγματικά ελεύθερα και ποιος όχι; Ποιος είναι στ’ αλήθεια ευτυχισμένος και ποιος όχι; Τα συμπεράσματα …δικά μας.

Τα μεταφυσικά κελιά της φυλακής του μυαλού μας έχουν και μεταφυσικά σίδερα. Αρκεί, εμείς οι ίδιοι να το καταλάβουμε.

 

 

Πηγή:

Οι …«κλειδοκράτορες» της ελευθερίας.