Lifestyle

Ο παράξενα υπέροχος ήχος …της συγνώμης

236
Γράφει η Πηνελόπη Κοφιάνη

 

Συγνώμη. Τι πιο ωραίο και απλό. Πόσο απελευθερωτικό και ευεργετικό… όταν είναι αληθινό… Κάτι στον ήχο αυτής της λέξης, κάτι που μοιάζει με έναν υπόκωφο και ανεπαίσθητο λυγμό (-γνω-), όταν λέγεται με ειλικρίνεια φυσικά, δίνει το στίγμα της μεταμέλειας. Άραγε, ποιες και πόσες είναι οι συγνώμες της ζωής μας που περιμέναμε και δεν ήρθαν ποτέ; Κι απ’ την άλλη, πόσες και ποιες συγνώμες θα θέλαμε εμείς να πούμε και δεν βρήκαμε ποτέ το κουράγιο να το κάνουμε;

Αυτά τα ερωτήματα, το «πόσες» δηλαδή και ειδικά το «ποιες», φέρουν αναπόφευκτα μαζί τους κι ένα αίσθημα μελαγχολίας. Παρακολουθώντας μάλιστα την πορεία των συναισθημάτων που δημιουργούνται, διαπιστώνουμε, ότι η σκέψη μιας συγνώμης που δεν ειπώθηκε ή δεν δόθηκε, προκαλεί μια δυσφορία, ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ο θυμός που νιώθουμε (προς τον εαυτό ή και προς τους άλλους), μαζί με την στενοχώρια, τις τύψεις και την ντροπή, αυτό το οδυνηρό κοκτέιλ συναισθημάτων, καταλήγει, στο καλύτερο σενάριο σε μελαγχολία, ενώ στο χειρότερο ακόμα και σε πικρία. Όμως,  είναι απόλυτα κατανοητό να αισθανόμαστε έτσι, γιατί  γνωρίζουμε παράλληλα – κι εδώ είναι η μεγαλύτερη δυσκολία – ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να αλλάξουμε μια κατάσταση.

Αναρωτιόμαστε λοιπόν: «Θα νιώσουμε ποτέ καλύτερα;» «Θα έρθει επιτέλους ο καιρός και η στιγμή, που γυρνώντας με την σκέψη μας πίσω στον χρόνο, δεν θα αισθανόμαστε αυτό το σφίξιμο στο στομάχι;» «Κι άραγε, υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, ώστε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας, να συμφιλιωθεί με το παρελθόν;» «Ποιος να είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπορέσουμε να μειώσουμε τα δύσκολα συναισθήματα, που προκαλούν οι συγνώμες που δεν είπαμε ή κι αυτές που δεν ακούσαμε;».

Κλειδί εδώ, αποτελεί η κατανόηση των λόγων, για τους οποίους μας είναι δύσκολο, είτε να πούμε την συγνώμη μας είτε να αποδεχτούμε το γεγονός, πως μάλλον δεν θα ακούσουμε ποτέ αυτήν την λέξη. Ας μην ξεχνάμε, ότι η διερεύνηση, η ανάλυση και η  αξιολόγηση κάθε κρίκου μιας αλυσίδας μας βοηθάει να καταλάβουμε το «τι», το «πώς» και το «γιατί» κι όταν γνωρίζουμε τι αντιμετωπίζουμε, ξέρουμε και πώς να το αντιμετωπίσουμε. Με απλά λόγια, ναι, μπορούμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας να νιώσει καλύτερα, αρκεί όμως να του θέσουμε και τις σωστές ερωτήσεις.

Συγκεκριμένα και καθώς το σκεφτόμαστε καλύτερα, καταλαβαίνουμε, ότι δεν χρειάζεται να μας απασχολεί τόσο το «πόσες» ή το «ποιες», σαν ερώτημα, αλλά κυριότερα το «γιατί». Γιατί περιμένουμε συγνώμες που δεν ήρθαν και που δεν θα έρθουν ποτέ και γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να αποδεχτούμε αυτό ως γεγονός; Ή γιατί δεν λέμε εμείς αυτή την συγνώμη, που κατά βάθος ξέρουμε ότι οφείλουμε, αλλά και γιατί μας είναι τόσο αφόρητα δύσκολο να την πούμε.

Ως άνθρωποι, ως άτομα επιδιώκουμε την αποδοχή, την επιβεβαίωση και την ασφάλεια που προσφέρει η γνώση, ότι ανήκουμε κάπου, καθώς δεν παύουμε ποτέ να είμαστε τα μέρη ενός μεγάλου συνόλου (κόσμος), που αποτελείται από μικρότερα υποσύνολα (κοινωνία, οικογένεια, φίλοι, εργασία κτλ). Χρειαζόμαστε την αίσθηση της ασφάλειας και της σιγουριάς, που μας δίνει το «ανήκειν». Μέσα σε αυτό τώρα, περιλαμβάνεται και η ανάγκη για επιβεβαίωση, ότι οι ευαισθησίες μας και οι αδυναμίες μας γίνονται αποδεκτές από τους ανθρώπους, στους οποίους επενδύουμε συναισθηματικά. Επιθυμούμε, κατά κάποιον τρόπο, την επισφράγιση για την αίσθηση που αποκομίζουμε, όταν νιώθουμε αποδεκτοί και αρεστοί ως μεμονωμένα άτομα, αλλά κι ως μέρη των συνόλων μέσα στα οποία θέλουμε να ενταχθούμε. Ένας από τους φόβους μας λοιπόν, ένας από τους ενδόμυχούς μας φόβους είναι, πως μπορεί κάποια στιγμή, για κάποιο λόγο, να βρεθούμε ανένταχτοι ή και απορριπτέοι. Κι εδώ, έρχεται και ακουμπάει το θέμα της συγνώμης. Μία συγνώμη – ή και πολλές – που θέλουμε να ακούσουμε ή να πούμε, προϋποθέτει πάντα και την ύπαρξη ενός λάθους. Αν οφείλουμε μία συγνώμη, κάπου έχουμε σφάλλει εμείς. Αν μας οφείλουν μια συγνώμη, τότε μας έχουν αδικήσει, άρα κάπου έχουν σφάλλει οι άλλοι.

Στην πρώτη περίπτωση λοιπόν, το λάθος το έχουμε κάνει εμείς. Το ξέρουμε, μπορούμε να το αναγνωρίσουμε, όμως δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Μία συγνώμη συνεπάγεται και την παραδοχή του λάθους. Με την παραδοχή όμως αυτή, βγαίνουμε αυτόματα από την θέση της τελειότητας, ή του αλάνθαστου, που έχουμε υποσυνείδητα τοποθετήσει τον εαυτό μας. Δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε, ότι, ως άνθρωποι που είμαστε, μπορεί κάποια στιγμή στην ζωή μας  και να σφάλλουμε και να βλάψουμε, ακούσια ή εκούσια. Αυτό συμβαίνει, επειδή θέλουμε να είμαστε αποδεκτοί και από τον εαυτό μας και από τους άλλους. Έχοντας όμως σφάλλει, οπότε κατά λάθος ή και σκόπιμα έχοντας βλάψει κάποιον, αυτομάτως παύουμε να είμαστε αρεστοί στον εαυτό μας, καθώς η εκούσια ή η ακούσια βλάβη που προκαλέσαμε, έρχεται σε αντίθεση με τις ευαισθησίες και αδυναμίες μας. Μία συνηθισμένη μας γνωσία πάνω σε αυτό ακολουθεί το παρακάτω μοτίβο: «Έχω κάνει λάθος, έχω βλάψει κάποιον και αυτό δεν μου αρέσει. Δεν το αποδέχομαι αυτό για τον εαυτό μου και δεν μπορώ να με συγχωρήσω. Σίγουρα και η άλλη πλευρά δεν θα μπορεί να αποδεχτεί και να συγχωρήσει το λάθος μου, άρα δεν είμαι αρεστός και αποδεκτός και από την άλλη πλευρά. Οπότε, ακόμα κι αν ζητήσω συγνώμη, θα εξακολουθώ να μην είμαι αποδεκτός. Γι’ αυτό θα ήταν άσκοπο να ζητήσω συγνώμη».

Εξετάζοντας όμως τα παραπάνω καλύτερα, βλέπουμε, πως τις σκέψεις και τα συναισθήματα που αφορούν στην ουσία εμάς, τα προβάλλουμε στους άλλους, τα καθρεφτίζουμε. Θεωρούμε δηλαδή δεδομένο, ότι δεν μπορούμε να είμαστε αρεστοί και αποδεκτοί από τους άλλους, επειδή εμείς οι ίδιοι νιώθουμε έτσι για τον εαυτό μας, μη αρεστοί, μη αποδεκτοί. Ο ενδόμυχός μας φόβος λοιπόν ακουμπάει ακριβώς εκεί, στην απόρριψη που θα νιώσουμε, καθώς θα παραδεχτούμε το λάθος μας για την βλάβη – σκόπιμη ή μη – που προκαλέσαμε σε κάποιον. Έτσι, απορρίπτουμε πρώτα εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας, θεωρώντας μας επακόλουθα ξεκρέμαστους, μη αποδεκτούς και μη αρεστούς είτε σε ανθρώπους μεμονωμένα, είτε και στο σύνολο, ή στην ομάδα, της οποίας θέλουμε να είμαστε μέλη. Δεν νιώθουμε δηλαδή αντάξιοι της εκτίμησης και αποδοχής τους.

Στην δεύτερη περίπτωση πάλι, σε αυτήν όπου πιστεύουμε ότι μας οφείλουν μια συγνώμη, εκείνη την συγνώμη που περιμένουμε και που κατά βάθος ξέρουμε, πως δεν θα έρθει ποτέ, εκεί λοιπόν είναι, που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ευαισθησίες μας ως άνθρωποι και με την ανάγκη μας να γνωρίζουμε κατά πόσο ή και πώς αυτές γίνονται αποδεκτές από τους άλλους. Όταν ξεδιπλώνουμε τον εαυτό μας κάπου, όταν ανοιγόμαστε δηλαδή σαν άνθρωποι και επενδύουμε συναισθηματικά σε άλλα άτομα, περιμένουμε μια ειλικρινή και θετική ανταπόκριση, αν μη τι άλλο. Μία από τις πλέον συνηθισμένες μας γνωσίες πάνω σε αυτό έχει ως εξής: «Επενδύω συναισθηματικά και περιμένω ανταπόδοση. Δείχνω την αλήθεια μου και θέλω και η άλλη πλευρά να είναι ειλικρινής μαζί μου. Ανοίγομαι και αποκαλύπτομαι. Δείχνω τα τρωτά μου σημεία – πράγμα δύσκολο για μένα – και θέλω η άλλη πλευρά αυτό να το κατανοήσει και να το σεβαστεί». Η παραπάνω γνωσία ακούγεται αρκετά οικεία στα αυτιά μας και είναι στα πλαίσια του φυσιολογικού και του λογικού. Εδώ, αξίζει επίσης να σημειώσουμε, ότι σίγουρα, δεν είναι καθόλου εύκολο, να δείχνουμε αβίαστα ευαισθησίες και αδυναμίες μας σε ανθρώπους, που γνωρίζουμε κατά την πορεία της ζωής μας. Μερικές φορές μάλιστα η δυσκολία αυτή ενισχύεται κατά περίπτωση και από προγενέστερές μας εμπειρίες. Αν για παράδειγμα στο παρελθόν είχαμε επενδύσει συναισθηματικά σε ανθρώπους (φίλους, συντρόφους, οικογένεια, συναδέλφους κ.ο.κ) και νιώσαμε, ότι δεν υπήρξε τελικά ανταπόκριση, αποδοχή, σεβασμός, ειλικρινής και θετική στάση απέναντι σε ευαισθησίες και αδυναμίες μας, τότε ενδεχομένως να αισθανθήκαμε απόρριψη, προδοσία, απογοήτευση, μα πάνω απ’ όλα θυμό προς τον εαυτό μας για την τρωτότητά του. Έτσι, ο φόβος μιας αποκάλυψης του αδιαμφισβήτητου βέβαια γεγονότος, ότι δεν είμαστε άτρωτοι, μας τρομάζει, σχεδόν μας τρομοκρατεί, γι’ αυτό και οι προσδοκίες μας για την θετική και ειλικρινή ανταπόκριση των άλλων είναι ιδιαίτερα αυξημένες.

Φωτογραφία: Πηνελόπη Κοφιάνη

Κοιτάζοντας όμως προσεκτικά τα παραπάνω, διαπιστώνουμε, ότι μας διαφεύγουν λεπτομέρειες, οι οποίες και κάνουν την διαφορά. Οι σκέψεις που κάνουμε, αφορούν τις δικές μας προσδοκίες, το πώς εμείς επιθυμούμε να ανταποκριθεί η άλλη πλευρά. Προβάλλουμε σκέψεις και επιθυμίες μας σε αυτούς που έχουμε απέναντι μας, θεωρώντας πως και εκείνοι έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης, τις ίδιες αντιδράσεις, τις ίδιες προθέσεις και επιθυμίες με εμάς. Αφήνουμε δηλαδή να μας διαφύγει, ότι οι άλλοι μπορεί να μην σκέφτονται όπως εμείς, να μην αντιδρούν όπως εμείς, να μην επιθυμούν τα ίδια με εμάς και σαφώς να μην έχουν και τις ίδιες προθέσεις.

Επομένως, βλέποντας με μια πιο προσεχτική ματιά, πιο αναλυτική και τις δυο περιπτώσεις, καταλαβαίνουμε, ότι το καθρέφτισμα των σκέψεων και συναισθημάτων μας στους άλλους, καθώς και ο ενδόμυχός μας φόβος για μη αποδοχή ή και απόρριψη, δρουν ανασταλτικά, στο να ζητήσουμε την συγνώμη αυτή, που κατά βάθος ξέρουμε ότι οφείλουμε, αλλά και στο να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε το γεγονός, ότι η συγνώμη που θέλουμε να ακούσουμε, δεν θα έρθει ποτέ.

Η κατανόηση τώρα αυτής της αλυσίδας σκέψεων (γνωσίες), αλλά και του τρόπου επίδρασής τους επάνω μας αποβαίνει ιδιαίτερα βοηθητική και ευεργετική, καθώς αναγνωρίζοντας την λειτουργία της, μας είναι πιο εύκολο να διαχειριστούμε το hangover του δυνατού κοκτέιλ συναισθημάτων, που μας προκαλεί μια συγνώμη που δεν είπαμε, αλλά και αυτή που δεν θα ακούσουμε ποτέ. Κοιτάζοντας εν ολίγοις κατάματα τις γνωσίες μας και κατανοώντας τες, σιγά-σιγά το ενοχλητικό σφίξιμο στο στομάχι υποχωρεί, γιατί αναλύοντας και βλέποντάς τες σε βάθος, κατανοούμε και τον αυτόματο, μα αρκετές φορές λανθάνοντα μηχανισμό του τρόπου σκέψης μας, ο οποίος είναι υπεύθυνος και για τα συναισθήματα μας. Κατά αυτόν το τρόπο, ανακαλύπτουμε τα λάθη του, με αποτέλεσμα μια δεύτερη σκέψη, μια πιο ήρεμη και πιο ψύχραιμη δηλαδή, να μας δίνει και μια νέα οπτική στα πράγματα· τέτοια, που να μας επιτρέπει να νιώσουμε καλύτερα.

Ως επακόλουθο, η νέα αυτή οπτική μας δίνει και την θαυμάσια ευκαιρία, να αναθεωρήσουμε και στην πράξη, είτε για συγνώμες που οφείλουμε, είτε για εκείνες που πιστεύουμε, ότι μας οφείλουν. Αποδεχόμενοι και αναγνωρίζοντας αυτό που μέχρι τώρα αφήναμε να μας διαφύγει, δημιουργούμε στην ουσία το κίνητρο που χρειαζόμαστε, για να ελευθερώσουμε σκέψεις, συναισθήματα και πράξεις, από συγνώμες, που δεν θα ακουστούν ποτέ, αλλά και από αυτό που μας κρατάει ώστε να μετατρέψουμε εμείς σε πράξη και φράση το «Θέλω να με συγχωρήσεις». Μπορεί λοιπόν να μην είναι εφικτό να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω ώστε να αλλάξουμε καταστάσεις που μας πληγώνουν, μας δίνεται όμως πάντα η ευκαιρία να κάνουμε κάτι γι’ αυτό στο παρόν.

Οπότε… τι ήχο  θα αφήσει η δική μας συγνώμη; Είτε αυτή που θα πούμε, είτε αυτή που θα ακούσουμε.