Lifestyle

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΆΣ.

1193

Στη ζωή πάντα θαυμάζουμε, θέλουμε, και επιδιώκουμε να αποκτήσουμε αυτό που μας λείπει, φτάνοντας σε σημείο κανείς, και ποτέ, να μην είναι ευτυχισμένος. Μέχρι όμως να βρει την δική του ψυχική ισορροπία, και θέση στον κόσμο. Φανταστείτε λοιπόν τι συμβαίνει στον πολύπλοκο, και υπέροχο, εσωτερικό κόσμο της γυναίκας,όπου η άσχημη θέλει να γίνει όμορφη, και η όμορφη αντιμετωπίζει την ομορφιά της ως «κατάρα».

 

Γράφει η Πηνελόπη Κοφιάνη

Ναι! Γυναίκα είμαι! Έχω την τύχη, να ανήκω στο «ατυχές» φύλλο! Όμορφη όμως δεν είμαι! Δεν ανήκω και στο σούπερτυχερό είδος του φύλου μου! Εδώ που τα λέμε, ποτέ δεν ανήκα. Όμορφο μωρό δεν ήμουν. Ούτε όμορφο παιδάκι επίσης. Δεν υπήρξα ποτέ μια όμορφη έφηβη ή νεαρή και σίγουρα όμορφη δεν είμαι ούτε τώρα, που βρίσκομαι σε ηλικία ώριμη. Και στην τελική, ευτυχώς! Από τότε που κατάλαβα, τι ευλογία, τι τύχη μοναδική συνοδεύει μια γυναίκα και δη ομορφη σ’ αυτήν την χώρα, σ’ αυτόν τον πλανήτη,  «απεταξάμην» τη γυναικεία ομορφιά!

Ακούγεται κάπως περίεργο, το ξέρω. Ομολογώ, πως κι εγώ στην αρχή απορούσα και σάστιζα, όταν μικρή ακόμα, διάβαζα αντίστοιχες δηλώσεις διασήμων και κατά γενική ομολογία ωραίων γυναικών, στις οποίες ευχόμουν, να μπορούσα, να μοιάσω έστω και στο ελάχιστο. Τότε, που άκουγα με έκπληξη κι απορία κάποιες φίλες μου, που αντικειμενικά ήταν όμορφες, να αποτάσσονται με δάκρυα στα μάτια το θείο δώρο τους και δεν καταλάβαινα γιατί. Τότε, που επέλεγα να ξεφυλλίζω μόνο περιοδικά μόδας κι ομορφιάς, και να παρακολουθώ μετά μανίας τηλεοπτικές εκπομπές, που μου υποδείκνυαν, πώς να ντύνομαι για να αρέσω, πώς να μακιγιάρομαι για να αρέσω, πόσα κιλά να χάσω για να αρέσω, πώς να χτενίζομαι, πώς να μιλάω, πώς να γελάω κι άλλα τέτοια όμορφα.

Εγώ όμως, ό,τι και αν έκανα, όσο επίμονα κι αν το προσπαθούσα, δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση, να κοιτάζω αυτάρεσκα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να ν’ αναφωνώ στο είδωλο απέναντί μου: «Φτου σου κοπέλα μου! Κούκλα είσαι!». Κι απογοητευόμουν. Η πικρή αλήθεια είναι, πως παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές μου, δεν το αναφωνούσε και κανένας άλλος για λογαρισμό μου επίσης. Αυτό ή κάτι αντίστοιχο. Κι έτσι απογοητευόμουν ακόμη περισσότερο.   Λαχταρούσα βλέπεις, να μπορώ να μου το λέω, αλλά κυριότερα, να μου το λένε και να το ακούω. Λαχταρούσα ένα κομπλιμέντο κι εγώ, ένα βλέμμα θαυμασμού έστω. Λαχταρούσα εν ολίγοις, ό,τι ο Θεός είχε χαρίσει απλόχερα στις όμορφες φίλες μου, κι εκείνες το απαρνιούνταν. Μα γιατί το απαρνιούνταν; Γιατί εκείνες ξόρκιζαν, αυτό που τους δόθηκε τόσο αβίαστα, τόσο απλόχερα; Αυτό, που εμένα, θα με έκανε τότε, να πλέω σε πελάγη ευτυχίας;  Δεν το καταλάβαινα αυτό. Δεν το καταλάβαινα καθόλου και θύμωνα πολύ. Οπότε πάνω στο θυμό μου, τις χαρακτήριζα βιαστικά κι επιπόλαια υποκρίτριες κι αχάριστες. Όποιον χαρακτηρισμό όμως κι αν τους απέδιδα, το ερωτηματικό παρέμενε αναπάντητο. Γιατί ξόρκιζαν την ομορφιά τους; Γιατί;

Εν τω μεταξύ, όσο δεν μου χαρίστηκε στο θέμα ομορφιάς ο Θεός, τόσο είχε φροντίσει, να σταθεί γενναιόδωρος μαζί μου στην περιέργεια. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν ησύχαζα – κι ευτυχώς – αν δεν έλυνα τις απορίες μου. Τα «γιατί» μου, τα «πώς», τα «τι» και τα «πότε» μου έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκουν την απάντησή τους. Εννοείται, ότι το συγκεκριμένο «γιατί» δεν σκόπευα να μου το αφήσω αναπάντητο. Έτσι, αποφάσισα να μην σταθώ μόνο στους χαρακτηρισμούς, μόνο στο προφανές κι εύκολο.

Θέλοντας να πάρω απάντηση στα ερωτηματικά μου, ρώτησα, έψαξα, έμαθα κι ανακάλυψα σιγά-σιγά έναν τελείως διαφορετικό κόσμο από αυτόν που γνώριζα. Από αυτόν, που εγώ είχα επιτρέψει να μου μάθουν. Εξετάζοντας δηλαδή τα πράγματα πιο σφαιρικά, πιο βαθιά, πιο εναλλακτικά αν θες, διαπίστωσα, πως όντως παλιότερα εστίαζα βιαστικά, επιπόλαια και μονόπλευρα σε διαφορές κι όχι σε ομοιότητες. Σε συγκρίσεις. Αυτό από μόνο του, με έκανε να διαχωρίζω έννοιες, συναισθήματα κι ανθρώπους σε στρατόπεδα, σε συνωμοταξίες. Το καλό και το κακό. Η ευτυχία κι η δυστυχία. Η όμορφη και η μη. Συζητώντας κατά καιρούς με γυναίκες – φίλες ή και μη, όμορφες ή και όχι – ακούγοντας τις ιστορίες τους και βιώνοντας παράλληλα τη δική μου ζωή, κατάλαβα, ότι αυτά που μέχρι τότε θεωρούσα ως διαφορές, ήταν στην ουσία ομοιότητες. Κι αυτή η γνώση έγινε γαλήνη μου και θλίψη μου ταυτόχρονα.

Όσο άβολα και στενόχωρα αισθανόμουν εγώ σαν κοριτσάκι, όταν οι ενήλικες της ζωής μου με σύγκριναν για τα κάλη μου με άλλα κοριτσάκια της ηλικίας μου και φυσικά δεν έπαιρνα ποτέ σ’ αυτό την πρωτιά, τόσο άβολα και στενόχωρα αισθάνονταν κι οι συνομήλικες όμορφες φιλενάδες μου, που βρίσκονταν – μονίμως συγκρινόμενες – στο επίκεντρο της προσοχής, χωρίς να το θέλουν. Ως έφηβες πάλι, και τα δύο είδη, αντιμετωπίσαμε αντίστοιχα την ίδια σκληρότητα από τους συνομήλικους συμμαθητές μας. Σε πληροφορώ όμως, ότι και εγώ, η «άσχημη» και οι άλλες, οι «εύκολες», το ίδιο ακριβώς πονέσαμε. Σε πληροφορώ επίσης, ότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κινδυνέψαμε κι από τον εκάστοτε παιδεραστή και τις άρρωστες ορέξεις του. Τα άρρωστα μάτια ενός παιδεραστή δεν ξεχωρίζουν όμορφα κι άσχημα παιδιά. Και τι ειρωνεία, να είναι αυτό το μοναδικό υγιές στοιχείο επάνω του, αφού  δεν υπάρχουν όμορφα κι άσχημα παιδιά. Υπάρχουν μόνο παιδιά.

Μεγαλώνοντας και μπαίνοντας στη νεαρή ενήλικη πια ζωή μας, νιώσαμε κι οι δύο συνωμοταξίες στο πετσί μας, πώς είναι, να σε αντιμετωπίζουν σαν ένα κομμάτι άψυχο κρέας. Όσο δυνατά κι αν φωνάζαμε με το βλέμμα μας σε συντρόφους και μέσα ενημέρωσης, ότι εκτός από πρόσωπο και σώμα έχουμε ψυχή και καρδιά επίσης, δεν ακουγόμασταν. Στους ίδιους τοίχους προσκρούαμε και τα δύο είδη. Πλαστική ομορφιά, κούκλα βιτρίνας, όμοιο καλούπι. Κι όταν αργότερα παντρευτήκαμε – ή και όχι – ή κάναμε παιδιά – ή και όχι – μήπως αντιμετωπίσαμε διαφορετικά προβλήματα; Για μένα – και για άλλες άσχημες σαν και μένα – ήταν αναμενόμενο έως και φυσιολογικό, να με απατάει ο σύζυγός ή ο σύντροφός μου, να με κακομεταχειρίζεται ή να ασκεί κάθε μορφής βία, διότι «εντάξει κι αυτή, τι περίμενε έτσι όπως είναι;» Για τις σούπερ-τυχερές του είδους μας όμως, ήταν απαγορευτικό κι ανεπίτρεπτο, διότι «είναι κρίμα μια τόσο όμορφη γυναίκα να το λούζεται αυτό!». Ο πόνος όμως μιας θρυμματισμένης καρδιάς δεν έχει προτιμήσεις σε πρόσωπα και κορμιά κι είναι το ίδιο οξύς για όλους.

Ή μήπως στην εργασία εντοπίζονται οι διαφορές μας και δεν το ξέρω; Σε μένα ή σε γυναίκες σαν και μένα επιτρέπεται μόνο, να είμαστε σκύλες, ως κατάλοιπο ή απότοκο της ασχήμιας μας, κατά τα λεγόμενα των καλοπροαίρετων κι εμπειρογνωμώνων συναδέλφων. Οι υπόλοιπες, «δεν έχουν ανάγκη, αφού ήταν, είναι και θα είναι οι… ευνοούμενες για… ευνόητους λόγους». Λες και δεν  πρέπει να προσπαθούμε κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή – τόσο εγώ όσο κι οι άλλες – διπλά και τρίδιπλα μάλιστα, για να αποδείξουμε τα αυτονόητα· ότι διαθέτουμε τελικά και το μυαλό που χρειάζεται, αλλά και τα κότσια.

Ή μήπως χρειάζεται να αναφερθώ και σε άλλες διαφορές, που χωρίζουν εμάς τις όμορφες ή μη, εμάς τις άσχημες ή όχι; Τις όμορφες αυτές διαφορές, του δυτικού – κι όχι μόνο – πολιτισμένου κόσμου μας; Βιασμός, κακοποίηση, εξαναγκασμός σε πορνεία, μπούργκα, στέρηση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως εργασία, ελευθερία λόγου κι ελευθερία βούλησης; Άτυπα ή μη, έννομα ή όχι. Όχι. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ.

Χρειάζεται όμως σίγουρα να αναφέρω την υπερηφάνεια, τον θαυμασμό, την ελπίδα, τη δικαίωση που ένιωσα για το ασθενές κι ατυχές μου φύλο, ακούγοντας, μιλώντας, διαβάζοντας, μαθαίνοντας για τη μικρή Αφγανή Sharbat Gula, την Malala Yousafzai, την Kathrine Switzer, την Μητέρα Τερέζα, την Amelia Earhart, την Komako Kimura, τη Νταϊάν Φόσεϊ, τη Μαρία Κιουρί, αλλά και για άλλες πολλές εμφανείς ή και αφανείς ηρωίδες.  Καθημερινότητας ή και μη. Ωραίες ή και όχι. Σίγουρα όμως όμορφες και ηρωίδες.